The Unnamable

unnamable-greek

The Unnamable(1988)

directed by:Jean-Paul Ouellette

cast: Charles Klausmeyer, Mark Kinsey Stephenson, Alexandra Durrell

Gothic horror turned to Slasher campiness along the way, “The Unnamable” only partly succeeds in evoking the Lovecraftian spirit but did other films that tried to adapt the Lovecraftian horrors really succeed?Despite its textbook nature and plethora of shortcomings Ouellette’s flick offers some decent gore and remains watchable throughout its entire duration.

Back in the 1800’s a lady gives birth to a monster. They decide that the baby is too ugly to name, therefore the monster is known as the “Unnamable”. The creature brutally slaughters his family, and gets trapped in a vault. Go ahead to 1998, and some college students have heard the story about the unnamable and want to check out the vault…

There is a certain prevalent eerieness once the first reel of the film starts rolling,however it’s after the 15 min. mark when the plot gets  tranferred to the modern day  college campus and consequently grinds to a halt.From that point on ,we get acquainted with the entire social microcosm of the college…Jocks,nerds,freshmen,slutty female students…you name it.This is standard fare late 80ies horror featuring dated moments of comic relief that will force the viewer to push the forward button.Right when the movie seems to descent to the realms of 80ies schlock and against all odds, the plot thickens and the gory mayhem ensues.

The second half of the film is thus quite entertaining.Aided by neat camerawork and some decent horror twists,the Unnamable turns to a brisk paced and muscular horror film in the 80ies vein.No Lovecraft chills and thrills to be found here, but this movie worths its salt.

Συμπαθητικό υβρίδιο γοτθικού τρόμου με σλάσερ κοινοτοπία.Το “Απερίγραπτο” μια χαρά και περιγράφεται και παρακολουθείται ,πλην δεν τετραγωνίζει τον κύκλο ,ενώ και οι επαφές με το φρικιαστικό Λαβκράφτειο σύμπαν εξαντλούνται στο υποβλητικό γοτθικής αισθητικής πρώτο τέταρτο και στο αρκετά ατμοσφαιρικό φινάλε.

Κατα τη διάρκεια του προαναφερθέντος τετάρτου εισαγόμαστε στο σύμπαν αποκρυφιστή μεγαλοαστού ,ο οποίος δυστύχισε να αποκτήσει μια φρικιαστικής όψης κόρη ,την οποία έκτοτε κρατά κλειδωμένη στην έπαυλή του ,μακρυά από τα αδηφάγα μάτια των ντόπιων κολίγων.Δυστυχώς η κόρη αποδεικνύεται εξαιρετική στις αποδράσεις και μια νύχτα με πανσέληνο υπό τους ήχους φρικτών ουρλιαχτών ,ο πατέρας συναντά το δημιουργό του.Στη συνέχεια τηλεμεταφερόμαστε στο μοντέρνο κολλέγιο του Μισκατόνικ και γνωριζόμαστε με όλη την ανθρωπογεωγραφία του campus.Κάποιοι φοιτητές με αρρωστημένη περιέργεια θεωρούν καλή ιδέα να περάσουν μια βραδυά στην ερειπωμένη έπαυλη του τρόμου,αλλά θα βρεθούν αντιμέτωποι με το “απερίγραπτο”.Τελικά τη λύση στα δεινά τη δίνει ο ελαφρώς κλωτσημένος φύτουλας του κολλεγίου.

Το παρόν διαθέτει συμπαθητικό gore,επαρκέστατα ειδικά εφέ και μερακλήδικη κινηματογράφηση και αυτές οι παράμετροι γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ του φιλμ.Σίγουρα έχουμε δει καλύτερες ταινίες βασισμένες στο λογοτεχνικό έργο του Λαβκραφτ,αλλά και αυτό εδώ διεκπεραιώνει χωρίς να εντυπωσιάζει.

Δείτε το μωρέ…

City of the Living Dead

City of the Living Dead (1980) aka “Ein Zombie hing am Glockenseil” ,”Paura nella città dei morti viventi ”

directed by:Lucio Fulci

cast; Christopher George, Catriona MacColl, Carlo De Mejo, Janet Agren,Antonella Interlenghi,Venantino Venantini,Giovanni Lombardo Radice,Daniela Doria,Michelle Soavi

Φτάσαμε και σε αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που πρέπει να πει ο γράφων το κοντό του και το μακρύ του για μια δημιουργία με αρετές τόσο εκτεταμένα καταγεγραμμένες  και με ένα μύθο γύρω από την ύπαρξή της τόσο απτό που μοιραία αισθάνομαι ότι ξεπερνά κατά πολύ τα όρια αυτού του μπλογκ.

Παρόλα αυτά αισθάνομαι χρέος να γράψω περισσότερες ελληνόφωνες παρουσιάσεις πάνω σε κλασικές ταινίες γιατί αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα έλλειμμα γραπτού λόγου που να «ντοκουμεντάρει» αυτού το είδος το σινεμά.

«Η πόλη των ζωντανών νεκρών» έσκασε σαν βόμβα στην underground αγορά του σινεμά τρόμου το 1980.Ο σκηνοθέτης της ταινίας Λούτσιο  Φούλτσι είχε ήδη υπογράψει πληθώρα ποιοτικών ταινιών τρόμου και τζιάλλο θρίλερ , με πιο χαρακτηριστικές του στιγμές έως εκείνη τη στιγμή , την ανεπίσημη συνέχεια του  Dawn of  the Dead ,το δυσοίωνο και ατμοσφαιρικό “Zombie flesh  Eaters“ ενώ ιδιαίτερες αρετές είχε δείξει και με τα τζιάλλι δυναμίτες “Don’t torture a duckling” και “A lizard in a woman’s skin”.

Tίποτα όμως δεν προιδέαζε  για την έναρξη της υπερρεαλιστικής τριλογίας τρόμου του Ιταλού μαέστρου. Το εναρκτήριο  λάκτισμα δόθηκε με το “City of the living Dead” και η ταινία ήταν φτιαγμένη για να σκοράρει από τα αποδυτήρια.

Είναι φορές που αισθάνεται κανείς ότι οι κινηματογραφικές εικόνες που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του είναι φτιαγμένες για να γίνουν κλασικές,iconic στην καθαρεύουσα . Με κάτι τέτοιο έχουμε να κάνουμε στην αρχή της παρούσας ταινίας, όπου μέντιουμ  συνάπτει επαφή με  καταραμένο ιερέα ο οποίος πρόκειται να κάνει το απονενοημένο διάβημα. Ο  αυτόχειρας Πατήρ Τόμας ανοίγει με την πράξη του τις πύλες της Κόλασης και το Ντάνγουιτς, πολίχνη με παρελθόν στο πογκρόμ μαγισσών, γίνεται θέατρο φρίκης. Το μέντιουμ υφίσταται τρομερό σοκ από την ισχύ της επαφής και θεωρείται νεκρή, αλλά στην πραγματικότητα παθαίνει νεκροφάνεια, θα σωθεί από φρικτό θάνατο από ένα ρεπόρτερ ο οποίος ανοίγει το φέρετρό της λίγο πριν πεθάνει από ασφυξία. Μαζί θα οδεύσουν προς το Ντάνγουιτς όπου θα προσπαθήσουν να κλείσουν τις πύλες της κολάσεων και να κρατήσουν τους νεκρούς μέσα στα μνήματά τους.

Η ταινία αρχικά περιγελάστηκε  από διάφορους κριτικούς, οι οποίοι στάθηκαν σε αυτό που ονόμασαν «αφηγηματικό χάος» και «κακογραμμένο σενάριο» αλλά αγνόησαν το μάλλον προφανές ,κοίταξαν το δέντρο και αγνόησαν το δάσος. Ο Φούλτσι δεν είχε σκοπό να γυρίσει μια συμβατική ταινία τρόμου παρά ήθελε  σύμφωνα με δηλώσεις του να υπογράψει μια δημιουργία στα πρότυπα του «Θεάτρου της σκληρότητας» του σουρεαλιστή δημιουργού Αντονέν Αρτώ. Ο Γάλλος πρωτοπόρος είχε ήδη σκιαγραφήσει από τη δεκαετία του 1920 τα προτάγματα του θεάτρου του

  1.   Η απαισιοδοξία αλλά ταυτόχρονα και η ελπίδα ότι το θέατρο μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές.
  2. Η απομάκρυνση του κοινού από την καθημερινή πραγματικότητα και η χρήση συμβόλων με σκοπό την συναισθηματική και ψυχική συμμετοχή του.
  3. Χρήση τεχνικών και σκληρών εκφραστικών μέσων με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού, ένα είδος ψυχοθεραπείας.
  4. Χρήση του γκροτέσκου, του άσχημου και του πόνου για να απευθύνεται στο κοινό

Σε αυτό έδωσε σάρκα και οστά ο Φούλτσι λοιπόν και θα επαναλάμβανε την ίδια πρακτική με το “The Beyond” δίνοντάς μας μια ακόμα συγκλονιστική και αξέχαστη ταινία .

Σε αυτές τις ταινίες ο Ιταλός δημιουργεί συνθήκες αποπροσανατολισμού του θεατή καταργώντας τον κινηματογραφικό χρόνο και τις αφηγηματικές νόρμες, παραδείγματος χάριν παρουσιάζει πρόσφατα αποθανόντες σε φρικτή αποσύνθεση και τους προσδίδει ικανότητες τηλεμεταφοράς ,ταυτόχρονα σφυροκοπά το θεατή με απανωτές σεκάνς τρόμου που ενώ αφηγηματικά δεν δένουν μεταξύ τους ,καρφώνονται παρόλα αυτά στο υποσυνείδητο του θεατή καθιστώντας το φιλμ μια μοναδική εμπειρία. Μόνο το Αμερικάνικο Time-out έδειξε να μη χάνει τη μπάλα γράφοντας πως ενώ «η πλοκή του φιλμ δε βγάζει νόημα και δείχνει να έχει κατασκευαστεί τυχαία σύμφωνα με το παράλογο του φόβου, δίνει ταυτόχρονα γκροτέσκα  έμφαση στη σωματική  μεταβλητότητα, τον κατακερματισμό και την αποσύνθεση και θα μπορούσε  θεωρητικά να είναι το είδος της αναίσχυντης ταινίας  που οι σουρεαλιστές λάτρευαν.

Ένα είναι βέβαιο ,πως  όταν κάποιος δει το «City of the living dead» για πρώτη φορά, δεν μπορεί να αντιστρέψει το γεγονός και να διαγράψει την ταινία και εδώ που τα λέμε δικαίως… και για να κλείσω με μια προβοκατόρικη δήλωση, θαρρώ πως το παρόν φιλμ χρωστάει περισσότερα στο σινεμά του Μπουνιουέλ παρά σε αυτό του Ρομέρο.

All time classic…

Πηγές :

  • Συνέντευξη με το σκηνοθέτη από το βιβλίο Spaghetti Nightmares (Luca Palmerini, Gaetano Mistretta)
  • Άρθρο της Βικιπαιδείας σχετικά με τη ζωή και το έργο του Αντονέν Αρτώ
  • Άρθρο της Βικιπαιδείας σχετικά με την ταινία.

Fear City

fear-city-greek

Fear City (1984)

directed by:Abel Ferrara

cast: Tom Berenger, Billy Dee Williams, Jack Scalia

By-the-numbers gritty action/thriller by Ferrara ,who has come up with way more interesting films in his career.Stereotypes aside “Fear City” is effective if dated and features some great New York settings and above average acting by seasoned actors like Berrenger, Billy Dee Williams plus features a very younf Melanie Griffith.

A serial killer who is an expert at martial arts is preying on strippers in Manhattan‘s Times Square. Night after night, he visits smoky strip clubs, waiting for his victims. The owners of the largest company of strippers in the city are Matt Rossi (Berenger) and Nicky Parzeno (Scalia). Rossi is a retired boxer who retired after having killed an opponent in the ring. He is now seeing their whole business under threat, at the same time as he fears that the woman he loves might be the next victim.

For starters this is way more accessible than “Ms.45″,”Bad Lieutenant” or even “King of New York”. The premise of “Fear City” is very simple . No social commentary or antiheroes are to be found in this movie.Unlike other Ferrara entries ,Tom Berrenger’s Matt Rossi might be troubled and ridden with guilt but lacks the gravity or the intensity of Harvey Keitel’s “Bad lieutenant”. Perhaps this could be attributed to the very basic narrative and plot features that muffle any effort of character development.We get to see some flashbacks of Matt Rossi’s past and we comprehend that Berrenger’s character was no angel ,but we should not try to complicate things,as “Fear City” is dead simple.It’s a New York located crime/thriller about a stalking killer with an agenda,that is also an expert in martial arts.”Fear City” is good for what it is but gets lost in the shuffle of superior Abel Ferrara’s movies.

However fans of exploitation cinema will have their treats. New York looks seedy and ominous as in the majority of “Big Apple” themed Ferrara movies. The violence is effective , despite the fact that “Fear City” never gets overly violent. Sleaze and nudity are also present and acting is good if formulaic.

Formulaic that is the term that best represents this film.Even when Ferrara sticks to the formula he does it good enough and “Fear City” is a good 80ies thriller,but please expect no masterpiece…

Λειτουργικό μέσα στην κοινοτοπία του ,το “Fear City” του Έημπελ Φεράρα δεν είναι επ’ουδενί αριστούργημα ,σαν αυτά στα οποία ο “ιδιαίτερος” Αμερικανός σκηνοθέτης μας έχει συνηθίσει , αλλά αποτελεί παρόλα αυτά μια ωραιότατη ωδή στα 80ies αφηγηματικά τερτίπια, ποιά τερτίπια δηλαδή, ας μη γελιόμαστε…αυτές οι ταινίες σπάνια σκόπευσαν στο να δοκιμάσουν την κινηματογραφική κουλτούρα του μέσου θεατή.Ταινίες ελάχιστα ακαδημαικές ,έργα που μιλούν μια πολύ βασική κινηματογραφική γλώσσα μανιχαιστικών καταβολών.Εδώ υπάρχουν οι καλοί και ο κακός και ο κακός στο τέλος τιμωρείται. Ομολογουμένως αυτό είναι λίγο απογοητευτικό αφού ο Φεράρα μας έχει επανειλημμένα γυμνάσει και επιμορφώσει κινηματογραφικά με τις ταινίες του . Θυμηθείτε τη γλυκιά ωδή στο ξύπνημα του αδύναμου και  την καταγραφή της μάταιης αυτοδικίας στο “Μs. 45” ή την οδύσσεια που οδηγεί στη λύτρωση του “Bad lieutenant”. E, λοιπόν εδώ δεν έχουμε τίποτα τέτοιο.Το παρόν είναι μακράν το πιο συμβιβασμένο και κομφορμιστικό φιλμ του Φεράρα. Η αφηγηματική φόρμα οδηγεί σε μια ξεκάθαρη κατάληξη και αυτό μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά ,αλλά σίγουρα δεν εντυπωσιάζει.

Το “Fear city” απεικονίζει για άλλη μια φορά δυστοπικά τη Νέα Υόρκη και αυτό ,όπως είναι γνωστόν,ο γράφων δεν το χορταίνει με τίποτα αλλά είναι απλά ένα καλό ταινιάκι που φέρει όλες τις ρυτίδες της ηλικίας του.

Παρόλα αυτά ,ίσως αυτό λόγω της απλής του δομής και το Driller Killer να αποτελούν σχετικά ασφαλές εφαλτήριο για να εισχωρήσει κανείς στο Φεραρικό σύμπαν.

Sunday in the Country

sunday-greek

Sunday in the Country(1974) aka “Vengeance is mine”

directed by:John Trent

cast:Ernest Borgnine, Michael J. Pollard, Hollis McLaren, Louis Zorich, Cec Linder

Three vicious thugs are on the run in rural America after robbing a local bank. They seek refuge at the home of Adam,a reclusive,religious farmer stemming from the old school of moral values, but he is prepared for their arrival and holds them at gunpoint. Unable to let them simply wait for the law, he decides to take them into into his cellar and torture them a little before the police arrive.His grandaughter Lucy  stands for more liberal ideas and believes that the police should handle the issue.Lucy is gradually getting more appaled by the proceedings and she jeopardizes her Grandfather’s plans.

Gritty,tense and downbeat sample of Spartan moviemaking, “Sunday in the Country” is excellent in its simplicity.

Just an account of events that took place in an ordinary Sunday,Trent’s film is polarizing in its depiction of the clash between the two main schools of sociopolitical thought.,the conservative and the liberal ones.Undoubtedly the film proves that both systems are flawed yet they need each other .

In terms of pure exploitation cinema,the film delivers the bloody goods in a sometimes shocking way.The violence is not frequent but it is realistically depicted and the entire cast delivers excellent performances.

“Sunday in the Country” is one of the superior revenge thriller entries and should be discovered by a wider audience.

Ισχυρό πεσσιμιστικό θρίλερ εκδίκησης που κουρελιάζει τα νεύρα από την ένταση και τη σποραδική μα ρεαλιστική του απεικόνιση της βίας.

Τρεις ληστές σκορπίζουν τον τρόμο και το θάνατο σε επαρχιακή πόλη της Αμερικής.Καταφεύγουν στην αγροικία του Άνταμ,ενός χαλκέντερου,θρησκευόμενου αγρότη ,ο οποίος θα τους διδάξει το “οφθαλμόν αντί οφθαλμού” παρά τις σφοδρές αντιρήσεις της φιλελεύθερων αντιλήψεων εγγονής του.

Ταινία σοκαριστική μέσα στη σπαρτιάτικη απλότητα της ,το “Σαββατοκύριακο του τρόμου” απεικονίζει με υπερβολικό πλην ρεαλιστικό τρόπο τη σύγκρουση δύο κόσμων.Από τη μία ο βίοσοφος Άνταμ, ο οποίος ενσαρκώνει το παλιό αλλά αγνό ενός κόσμου καμωμένου με σκληρή δουλειά και ντομπροσύνη και από την άλλη η εγγονή του που ενσαρκώνει τις νέες τάσεις,αυτές της πίστης σε ανθρωπιστικές αξίες,όπως αυτήν της κοινωνικής δικαιοσύνης,της πίστης στη δικαστικό σύστημα,την καταδίκη της αυτοδικίας ως λύσης κλπ.

Τι συμβαίνει όμως όταν και τα δύο αξιακά συστήματα έχουν “τυφλές γωνίες”?

Αναμφισβήτητα η ταινία είναι τεταμένη και πολώνει αφού εμπλέκει το θεατή συναισθηματικά στα δρώμενα και τον αναγκάζει να πάρει θέση.Στο τέλος αποδεικνύεται οτι οι δύο κόσμοι είναι συγκοινωνούντα δοχεία και αλληλοσυμπληρώνονται,ή πως τουλάχιστον έτσι θα “έπρεπε” να είναι.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του φιλμ είναι πως δημιουργεί ασφυκτική ατμόσφαιρα με πενιχρά μέσα.Πέραν από το πανανθρώπινο και το διαδραστικό του σεναρίου,ερχόμαστε αντιμέτωποι με στιβαρές ερμηνείες από όλο το καστ, με το βετεράνο Έρνεστ Μπόργκναιν να ενσαρκώνει έναν πιο ανθρώπινο vigilante που θα μπορούσε να είναι ο παππούς ή ο θείος οποιουδήποτε από εμάς.

Στο τέλος η λύση που έρχεται φαντάζει μάταιη αφού το κακό έχει “κλέψει” κομμάτι της αθωώτητας και των δύο κύριων ηρώων,οι οποίοι δρουν με αγαθές προθέσεις πλην όμως αδυνατούν να μηχανευτούν μια λύση που θα δημιουργήσει έναν καλύτερο κόσμο.Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την κοινοτοπία του κακού (Χάνα Άρεντ) αλλά με τη διαβρωτική του φύση ,η οποία δημιουργεί πληγές ακόμα και στους πιο στέρεους ανθρώπους.Το τελικό αποτέλεσμα προάγει τον προβληματισμό από τη μεριά του θεατή και κάνει την ταινία κάτι αρκετά παραπάνω από ένα απλό grindhouse/exploitation φιλμάκι εκδίκησης.

Εξαιρετικό δείγμα του είδους που αξίζει να προστεθεί στη συλλογή σας.

The Stepfather II

stepfather 2 greek

The Stepfather II:Make Room for Daddy(1989)

directed by:Jeff Burr

cast: Terry O’Quinn, Meg Foster, Caroline Williams

Well, since the original “Stepfather” was a rather impressive psychological horror film with strong thriller and slasher overtones,ITC Films decided that a franchise could be viable.Shot on a modest budget of 2 million Dollars , “The Stepfather 2” can be seen as a success.Jeff Burr(From a Whisper to a Scream) cast the original stepfather Terry O’Quinn ,who once more personifies the Ronald Reagan values going horribly wrong and the horribly bland Meg Foster(The Wind)…lo and behold …make room for Stepfather:the sequel.

The Stepfather escapes an insane asylum after brutally murdering a psychiatrist and a guard and winds up in another town, this time impersonating a marriage counselor. Now he seems to have found the perfect future wife, with a stepson who loves him. However, other people try to get in his way to marry her. They are interfering! One by one the Stepfather eliminates anyone who stands in his way to a perfect family.

Well ,with this one we are entering  slasher territory . This change  made way for more unidentionally comedic moments but didn’t completely eliminate the sense of style that the first movie is known for. Fortunately Jeff Burr didn’t try to recreate a similar to the first movie environment. He came up with a nasty little movie full of dead bodies instead . The plot is simplistic and leads to killings and perhaps more killings.The movie is blessed with an atmospheric start but as the stepfather settles down to his new home, things get more uninteresting. I wasn’t particularly amazed by the mid part of the film where the Stepfather plays the role of the marriage councilor and tries to seduce Carol. Perhaps Burr could trim the fat and come up with some more interesting plot twists. However the third part of the movie is relentless psycho killer/slasher fare and as soon as the con-artist/Stepfather gets unmasked we are led to a bloody solution.

O’Quinn is his usual good self ,perhaps not as magnificent as in the first movie,but what could he do? It is without a doubt that his role in the second part of the franchise lacks depth and is plagued by repetition, but O’Quinn delivers his part with verve and gusto and is at moments bonechilling.Foster on the other hand is a rather weak lead and her chemistry with O’Quinn is nonexistent.In terms of direction the film is an above average genre film ,at moments stylish, even though  it strictly follows the slasher conventions.

All in all,the original film could not easily be topped, but the sequel does a fine job by providing us with 90 more minutes of Stepfather-esque antics without becoming a complete parody of itself. It is more stereotypically conceived and executed but it isn’t half bad for what it is.

Έξαψη βίας νούμερο δύο,αφού ο Τέρρυ Ο’Κουίν δε δείχνει να βάζει μυαλό και συνεχίζει να κυνηγά ανεμόμυλους,όπως την τέλεια οικογένεια με εαυτόν στο ρόλο του στοργικού σύζυγου/πατριού.Βέβαια το χάνει λίγο στην εκτέλεση αφού για να πετύχει το στόχο του το σκάει από το τρελάδικο έχοντας αφήσει πίσω του δύο πτώματα. Αλλά ο αγών είναι καλός και ο Στεπφάδερ μετακομίζει στην Καλιφόρνια όπου υποδύεται το σύμβουλο γάμου (καννιβαλιστική ειρωνία,όχι αστεία). Συντομα σαγηνεύει ζωντοχήρα με ξανθούλη,Αμερικανούλη γιόκα και βάζει πλώρη για κουλούρα.Αμ δε! Ο δρόμος είναι σπαρμένος με εμπόδια και ο φίλος μας κάνει πράξη το ρητό που λέει πως ο δρόμος για την κόλαση είναι γεμάτος από αγαθές προθέσεις.

Ο’Κουιν να τον πιείς στο ποτήρι για άλλη μιά φορά. Όσον αφορά την ταινία τα πράγματα αυτή τη φορά δεν είναι τόσο πολυδιάστατα όσο στο πρώτο φιλμ. Ναι μεν ,η ταινία του Μπαρ χρησιμοποιεί σχεδόν τα ίδια υλικά ,αλλά η πλοκή είναι σαφέστερα πιο trashy και απλοική ,σχεδόν προσχηματική. Να ήταν η πρώτη φορά όπου όλα τα γεγονότα σε μια φιλμική αφήγηση είναι απλά οχήματα που οδηγούν σε φονικά ,τότε θα μας πείραζε, πλην όμως το σχήμα είναι απόλυτα επιτυχημένο και έχει να επιδείξει θαυμαστά αποτελέσματα κρίνοντας από την ιστορία του ιδιώματος . Σλάσερ λοιπόν και αρκετά καλό μάλιστα,αυτό έχουμε εδώ πέρα . Ο “Πατριός” μπαίνει και αυτός στη συνομοταξία των υπερηρώων της πινακοθήκης του τρόμου.Χαρακτήρες που ξεφεύγουν πλέον από τα στεγανά της ανθρώπινης υπόστασης και φαντάζουν σχεδόν απέθαντοι. Από τον Τζέησον Βόρχιζ,το Μαικλ Μάγιερς ώς τον “Πατριό” με τα πολλά ονόματα και τις πολλές διαλυμμένες οικογένειες…ένα τσιγάρο δρόμος . Θα μπορούσε να πει κανείς πως αυτό είναι μια ατυχής εξέλιξη για έναν χαρακτήρα , ο οποίος είχε αρκετό βάθος και θα μπορούσε να αποτελέσει το πρότυπο του suburban ,ατσαλάκωτου εφιάλτη , αλλά σχεδόν ποτέ τα σήκουελ δεν κόμισαν βαθυστόχαστες και εξελλιγμένες παραλλαγές της αρχικής φόρμας.

Τουλάχιστον το “Stepfather 2” είναι καλοφτιαγμένο και δεν γελοιοποιεί το χαρακτήρα του πρώτου φιλμ .Μόνο για αυτό ,θα μπορούσε άνετα να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από τους σταυροφόρους του είδους.

The Kindred

kindred

The Kindred (1987)

Directed by: Stephen Carpenter/Jeffrey Obrow

Cast: Rod Steiger, Kim Hunter, David Allen Brooks

Very effective monster horror film  by the directing duet of Carpenter/Obrow. The monster effects manage to up the creative ante significantly and there are plenty of genuinely chilling moments to be found in the film.

Amanda’s deathbed request to her son, John, was for him to destroy all the lab notes from her last experiment. She also blurts out he had a brother, called Anthony. At the funeral John meets Melissa, who claims to be his mother’s biggest fan. Together with some of John’s friends they go to Amanda’s house, but none are prepared for what they find there. Dr. Lloyd, one of Amanda’s old colleagues is also interested in her Haemocyane related experiments and journals. An entire group of people settle in Amanda’s place but there is no trace of Anthony or maybe is there?

The film deals with the pretty unoriginal moral dilemma that questions the limitations of science .Can Man intervene in the course of human life/evolution in the way that Dr.Lloyd brags he is able to do?  However there is nothing deep or existentialist about this movie. There is little character build-up or actual story to begin with. The plot is very linear and easy to follow ,typical exploitation/b-movie fare if you ask me.

However the half octopus/half men mutants that are lurking in Amanda’s basement are truly impressive and the death scenes are very well-constructed. The pace of the film is brisk and the conclusion is sheer exploitation brilliance.

The Kindred didn’t originally manage to change the face of horror cinema and it is very unlikely that it will ever manage to do so. However it is an action-packed exploitation/monster/horror entry that still holds up quite well despite its age. It is inexplicable why it hasn’t received the dvd/blu-ray treatment yet, but I’m sure that this injustice will be rectified in the near future.

Ξεχασμένο διαμαντάκι με τρελούς επιστήμονες, μεταλλαγμένα θύματα τροχαίων που κατοικοεδρεύουν σε μπουντρούμια, σέξυ ερευνήτρια με σέξυ Αγγλική προφορά μα με κορμί  κρύο σαν το θάνατο, άλιεν χταποδάνθρωπους που βγαίνουν μέσα από καρπούζια και τσακίζουν Κανίς-γκριφόν αλλά χαλαρώνουν ακούγοντας νανούρισμα από μαγνητοταινία, α και με Ρόντ Στάιγκερ (ο Πιλάτος στο «Ιησούς από τη Ναζαρέτ» μεταξύ άλλων) σε ρόλο τρελού, παλαβού και αδίστακτου Γιατρού χασάπη , ο οποίος θα αλλάξει «το ρου της ανθρώπινης εξέλιξης»

Μπορεί το  δίδυμο Κάρπεντερ/Όμπροου να μην άλλαξε μήτε το ρου της ζωής, μήτε αυτόν τον ταινιών τρόμου, πλην μας έδωσε ένα λαχταριστό ταινιάκι με εφε στα χνάρια των “From Beyond” “Alien” που αναδίδουν τόση γλίτσα που φοβάται κανείς για το λειτουργικόν του δέκτου του μετά το πέρας της προβολής.

Επαναλαμβάνω, το φίλμ δεν τετραγωνίζει τον κύκλο απλά είναι τόσο αποτελεσματικό παρά το κοινότοπον του πράγματος,που δε δύναται κανείς να το αγνοήσει.

Τσεκ μέητ.Δείτε το…

Jess Franco Marathon 2016- The Sequel

Φρανκοθώνιος No.2  2016

 

Revenge in the house of Usher (1983) aka Neurosis-The fall of the house of Usher aka Zombie 5

Directed by:Jess Franco

Cast:Howard Vernon,Lina Romay,Antonio Mayans

Ένα δράμα από όλες τις απόψεις το παρόν πόνημα του Θείου Τζες είναι κανιβαλισμός σκέτος.

Σύνοψη δε χρειάζεται να γράψουμε αφού η Eurocine ουσιαστικά εξαπέλυσε  στην αγορά το παρόν σαν μια ανεπίσημη συνέχεια του “Horrible Dr.Orloff”. Κάτι το οποίο θα συνέβαινε ξανά λίγα χρόνια αργότερα με το έτη φωτός ανώτερο Faceless του ίδιου σκηνοθέτη .Tο αν η ισπανική βερσιόν είναι ένα εξπρεσιονιστικό αριστούργημα όπως λέγεται είναι κάτι που δε θα το μάθουμε σύντομα, αλλά για να είμαι ειλικρινής…αμφιβάλλω. Δεν βλέπω πως ένα recut θα μπορούσε να εκτροχιάσει τόσο πολύ το πνεύμα ενός έργου του Φράνκο, υπάρχει ήδη το προηγούμενο του a virgin among the living dead του οποίου η «πειραγμένη» 80ies βερσιόν δεν κατάφερε να επηρεάσει αισθητά το τελικό αποτέλεσμα, αλλά από την άλλη ,κανείς δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρος. Κρίνοντας εκ της γαλλικής εκδόσεως που τυγχάνει και η πλέον διαδεδομένη, το παρόν είναι για γερά νεύρα .Τα στοιχεία από τη λογοτεχνία του Πόε από τα οποία υποτίθεται πως υπάρχουν επιρροές είναι επιδερμικά και ο πάναργος ρυθμός της ταινίας δε βοηθά καθόλου  στη δημιουργία έστω και επιφανειακού ενδιαφέροντος.Το stock footage από το horrible Dr. Orloff αποτελεί σημείο τριβής αφού ναι μεν δένει τρόπον τινά  το χάος της πλοκής ,αλλά αποτελεί δε φτηνή λύση .

Άς μην προσπαθούμε να εξωραίσουμε την κατάσταση. Αγαπάμε Τζες αλλά το παρόν είναι τεκές, ελάχιστα καλύτερο από το “Cannibals” ή το “Devilhunter” μπορεί να θεαθεί μόνο από τους αρχειοθέτες του έργου του Ισπανού. Ο κατά σημεία υποβλητικός τρόπος φιλμαρίσματος με έμφαση στο στυλ του γοτθικού τρόμου δεν μπορεί να σώσει την παρτίδα.

Πάμε παρακάτω…

Very weak even for Tio Jess’ uneven standards, this film’s best moments are few and far between and  passable at best ,whereas the majority of the film consists of haphazard material hastily pasted together.

Dr.Usher is 200 years old, due to his knowledge of secret serums and formulas he has managed to outlive many of his colleagues. He also manages to prolong the life of his gravely ill daughter aided by his faithful deformed servant Morpho,who is secretly in love with his daughter . The unwholesome duet kills local prostitutes and transfers their blood to Usher’s daughter .One of Usher’s students ,Dr.Harker receives alarming notes and decides to pay a visit to Usher’s crumbling castle. At this place of horror the limits between madness and reason   seem to have long blurred.

Does the storyline ring any bells? Sure it does.This movie is basically Dr.Orloff fare but ten times weaker . Franco even inserts footage from his 60ies masterpiece ,in order to justify some of Usher’s flashbacks.

As with “sadist of Notre Dame”  and “Exorcism” Franco would rather leave his past glories unharmed. His preoccupation to constantly repackage and re-release his films rarely paid off . So is the case with “Neurosis” .This film was created without any vision and was  just a byproduct of Franco’s back catalogue ,hence it doesn’t hold any  artistic merit.

Fortunately “Faceless” which was another take on the Orloff legacy was a really strong entry in 80ies Franco’s filmography.

Daughter of Dracula(1972)

Directed by:Jess Franco

Cast: Howard Vernon, Britt Nichols, Anne Libert, Jess Franco

Giallo/Vampire φιλμ από τη χρυσή εποχή του θείου Τζες με τη γυναικάρα Μπριτ Νίκολς να κολάζει και τα τσιμέντα , πλην από ουσία σχεδόν μηδέν. Χρυσή μετριότης το λοιπόν…

Η Λουίζα Κάρλστάιν επισκέπτεται την ετοιμοθάνατη μητέρα της στην έπαυλη της οικογένειας. Εκεί της κοινοποιείται πως κατάγεται από οικογένεια Βρυκολάκων. Η  νεαρά αγνοεί τα άσχημα προμηνύματα , επανασυνδέεται με όλους τους πιθανούς τρόπους με την ελκυστική ξαδέρφη της μέχρι που ομάδα ανδρών ειδικευμένων στον αποκρυφισμό και στα παραφυσικά φαινόμενα αποφασίζουν να βάλουν ένα τέλος στην αιματοβαμμένη καριέρα της οικογένειας.

Παρά το γεγονός πως από Σεξ και γοτθική ατμόσφαιρα το παρόν τα πάει μάλλον καλά και παρά την αφθονία  καρτποσταλικών πλάνων της Πορτογαλικής παράκτιας ζώνης ,στο παρόν ο Φράνκο τρέχει μόνος του και τερματίζει δεύτερος . Είναι οι κλασικές ασθένειες του Ισπανού που πλήττουν το παρόν και δεν το αφήνουν να ξεχωρίσει . Πρώτον απουσία ρυθμού…είναι κάποιες φορές που ο παροιμιώδης αργός ρυθμός του Φράνκο λειτουργεί υπνωτιστικά και δημιουργεί σχεδόν παραισθησιογόνα αποτελέσματα . Το παρόν δεν είναι μια από αυτές τις φορές . Απουσιάζει επίσης η σαφήνεια στην αφήγηση και η παρουσία σκηνών κλιμάκωσης . Επαναλαμβάνω και συνοψίζω πως στο παρόν ο Φράνκο μάλλον πόνταρε στην ατμόσφαιρα παραπάνω από όσο έπρεπε και ξέχασε να χαράξει μια σαφή αφηγηματική πορεία ,καταστώντας με αυτόν τον τρόπο την παρούσα ταινία μια απλή συρραφή ερωτικών και γοτθικών στιγμιότυπων.

Ακόμα και έτσι η ταινία έχει τις στιγμές της και βρίθει αυτής της Σέβεντις ατμόσφαιρας που κατοικοεδρεύει στο σινεμά του Φράνκο εκείνης της περιόδου.

Πλησιάστε με προσοχή…

Another case of Franco misfire “La Fille de Dracula” is inept if atmospheric , despite being  one of the extremely rare cases in which the radiant Britt Nichols shone as  protagonist in a film.

A young woman visits her gravely ill grandmother at the family estate. On her death bed, the old woman reveals to her granddaughter the family curse: they’re all vampires. The young woman decides to move into the estate with her uncle and her cousin, and soon finds herself falling victim to the curse.

Try as she might , Nichols’ breathtaking beauty cannot catapult this picture to the pantheon of Franco classics. For all I know she could even be granted more screen time.  Other than that,  this film suffers the same dismal fate as dozens of Tio Jess’ pictures. It’s a haphazard affair , blessed with lots of passion but with little care for details such as pace and narrative .Daughter of Dracula is a  sluggishly moving affair, to put it in a lenient manner . There is never an occasion of tension in this particular film, albeit  moments of suspense seem to be lamentably lacking . The presence of some masterful  visual compositions is of course a tradition in Jess Franco’s film making and “daughter of Dracula” is no exception but unfortunately Franco’s Vampire romp falls short in every other field.

For Franco completists only.

Sexorcismes (1975) xxx version aka “Exorcisme; Exorcisme et messes noires”

Directed by:Jess Franco

Cast: Lina Romay, Catherine Lafferière, Jesús Franco

Franco goes hardcore and revisits his sleaze powerhouse “Exorcism/demoniac” and Eurocine manages to sell a film to the ,then thriving, porno cinema industry.

Obsessed priest Matthis Vogel  tries forcibly to expel demons from the bodies of their lustful congregation. He sees one way to save them from a sinful obsession – is to kill them.

Franco keeps the plot of the softcore version and inserts a ton of hardcore footage ,which is actually an exercise in uncompromising film making. Why am I claiming so? Because instead of opting for the use of body doubles on the real sex scenes, Franco,Romay and co. did the extra mile and acted themselves in that footage.

“Sexorcismes” is an interesting curio for Jess Franco archivists. It features badly filmed hardcore sex scenes but in hindsight, the original plot of the scene doesn’t suffer too much. After all it’s a Jess Franco film and a good one for what it is ,let me add. It’s extremely sleazy and Franco’s depiction of the Catholic Priest gone berserk adds extra points to the proceedings.

In retrospect, a sleazy alternative take on an already sleazy opus , sounds like a win to me.

Τσόντα με υπόθεση από το Τζες Φράνκο ή απλά εναλλακτική βερσιόν του “Demoniac’.

Ο σαλταρισμένος ιερέας Μάτις Φόγκελ εξαπολύει ιερό πόλεμο εναντίον όλων των έκφυλων υπάρξεων του Παρισιού. Τα όπλα του: Πορνογραφικό Σεξ και θάνατος στους αμαρτωλούς.

Ο ιερέας τον οποίον υποδύεται ο Φράνκο στο παρόν δεν φέρνει τα θύματά του ακριβώς στον ίσιο δρόμο και αποτελεί απλά μια ωραία πρόφαση για τον  Ισπανό Πατριάρχη του Τρας ,ώστε να επιστρέψει με άλλη μια ταινία και για τη Eurocine ώστε να πουλήσει την ταινία και στα τσοντάδικα.

Η κασέτα της Midnight video που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επαναπακεταρισμένη από τη Dark side έχει τόσο σάπια εικόνα, που κάνει το θεατή να θέλει να κάνει ντους μετά την ολοκλήρωση της προβολής, κάτι το οποίο μάλλον έχει να κάνει και με τη θεματική της ταινίας . Μιλάμε για Sleaze όχι αστεία.

Παρόλα αυτά οι αρχειοθέτες του Φράνκο μάλλον θα χαρούν να προσθέσουν άλλη μια ταινία του Ισπανού στη συλλογή τους.

 Demoniac (1975) aka “exorcism” “L’éventreur de Notre-Dame” 

Directed by:Jess Franco

Cast: Lina Romay, Catherine Lafferière, Jesús Franco,Monica Swinn

In Paris, the former priest and madhouse escapee Mathis Vogel writes pornography for a magazine. When the deranged priest watches an erotic show based on a Black Mass, he believes that the cast and audience are possessed and he goes on a murder spree to exorcise the demons of his victims.

This is actually the softcore version of the above film and fortunately the storyline makes much more sense in the context of a straightforward sexploitation film .This is dark cinema by Franco. Occasionally off the cuff but entertainingly sinister and featuring a very effective film score.The catacomb set-piece and sequence is very memorable as well and Lina Romay is radiating with youthful energy and beauty.

A must for Franco fans.

…και τώρα ήλθε η ώρα για κάτι όχι και τόσο διαφορετικό…

Άς μην επαναλαμβανόμαστε και πλατειάζουμε λοιπόν. Το παρόν είναι η σοφτ εκδοχή του Sexorcist και σε κάθε περίπτωση, η απαραίτητη βερσιόν για τη συλλογή κάποιου, αν αυτός ο κάποιος δεν έχει επιδοθεί σε αγώνα να βάλει όλα τα έργα του Φράνκο στη συλλογή του.

Εν πάσει περιπτώσει το παρόν είναι αποτελεσματικά σκοτεινό και διεστραμμένο ώστε να μπει στο πάνθεον της φιλμογραφίας του θείου Τζες. Οι κινηματογραφικές συνθέσεις είναι δυσοίωνες, αναδίδουν εσάνς διαστροφής  και παραμένουν στο μνημονικό του θεατή .Το Παρισινό location ενισχύει το παρακμιακό κλίμα της ταινίας και ο Φράνκο στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα πάει περίφημα.

Dark Mission:Flowers of Evil (1988)

Directed by:Jess Franco

Cast: Christopher Lee, Christopher Mitchum, Richard Harrison,Brigitte Lahaie,Richard Harrisson

All-star cast aside, this is probably the best, even if it’s much maligned, actioner by Franco that has ever crossed my way and this is probably a moment of realization to cherish for Jess Franco’s action entries were for the most part lukewarm experiences.

Chris Mitchum plays a C.I.A. agent sent on a mission to a Latin American country to track down a local druglord. On the plane he meets and falls for a very fetching girl (young Cristina Higueras, now the co-owner of her own theatre company) who, by a tremendous coincidence, also happens to be the daughter of the sought mobster (Christopher Lee).

This film seems to polarize the Franco congregants, however this is infinitely better than “Esmeralda Bay” and despite its textbook storyline it manages to stay amusing in an inane way. Chris Mitchum gets himself to play the same role as in other similar productions and there is a strong déjà-Vu feeling lingering in the air throughout the entire duration of the film but this is good fun.

However this is nowhere as stylish as the majority of the 70ies Franco output and unfortunately prestigious cast members like Lee & Lahaie are painfully underused.

By no means a masterpiece but if someone finds a cheap copy of it somewhere,the he/she should go for it.

Αφήστε τα μίση και απολαύστε eighties φεσο-action ,ευγενική προσφορά του θείου Τζες ,ο οποίος μπορεί να μην πλάθει κιτς κατασκοπευτικές ιστορίες ,ούτε να  κεντάει ατμοσφαιρικές, αμπστράκτ και ψυχεδελικές συνθέσεις στο παρόν, αλλά παίζει ένα συμπαθητικό action κατενάτσιο και κάνει ότι μπορεί με το γενικόλογο σενάριο-συρραφή από κλισέ που συνέλαβε ο νους του αφεντικού της Eurocine, Daniel Lesoeur.

AΠΟΛΑΎΣΤΕ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ- Μυστικό υπερκομάντο της Σι-Αι-Ει(Μίτσαμ) καταφθάνει σε μπανανία της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να τσακίσει το τοπικό Καρτέλ παρασκευής και εμπορίας ναρκωτικών, εκεί συνδέεται με ντόπια καλλονή ,η οποία δυστυχώς τυγχάνει κόρη του πάλαι ποτέ αντάρτη, νυν ναρκοβαρόνου, που είναι το κόκκινο πανί για το Μίτσαμ. Ο πράκτωρ θα τα βάλει με τους πάντες, ακόμα και με παλιές του αγάπες, προκειμένου να συντρίψει το έγκλημα.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό το φιλμ διχάζει τόσο πολύ τους Φρανκόφιλους, μάλλον δεν έχουν δει μολυσματικά, υπερβατικά  φέσια του ιδίου σαν το X-312:Flight to Hell ακόμα, για αυτό μιλάνε. Εν τοιαύτη περιπτώσει, καλό θα είναι οι συγκεκριμένοι να μείνουν στη Σέβεντιζ περίοδο του Φράνκο, αφού ως γνωστόν η δεκαετία του ’80 δεν ήταν πάντα πολύ ευγενική με τον Ισπανό μαιτρ του Τρας.

Όπως και να έχει το παρόν δεν είναι το καλύτερο 80ies action που θα δείτε ποτέ αλλά για περιπέτεια του συγκεκριμένου σκηνοθέτη είναι μάλλον ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε ποτέ από αυτόν.