Confessions of a Lesbos Honey


Confessions of a Lesbos Honey (1975) aka “Μέλι το κορμί της”

directed by:Ilias Mylonakos

cast: Tina Spathi, Magda Makri, Antonis Liotsis

Standard Seventies sexploitation fare the Greek way by the prolific Ilias Mylonakos.This one is straightforward Erotica based on a trivial plot and is missing the horror or the extra sleaze twist but is still  worth the price of admission due to the bewitching presence of the ever magnificent Tina Spathi.

After the death of her wealthy father, Marina learns that her entire fortune is lost. Pavlos is an old family friend who offers to help. He is in love with Marina but she rejects him for her father’s secretary.

While “Confessions of a Lesbos honey” is basic sexploitation based on homoerotic/lesbian shenanigans ,its melodramatic trappings and climax differentiate it from similar European productions of that period,f.e the works of Joe D’Amato or Jess Franco.Of course it is understandable that Greece was at that time exiting a seven year long dictatorship governed period  and had a lot of catching up to do when it comes to lowest common denominator explotation storylines.That particular period of Mylonakos,despite being productive was still tied in one way or another to the traditional plot exposition techniques of the commercial Greek cinema.So this film can be seen as a Greek styled erotic drama with lots of gratuitous nudity.There is no sleaze to be found here,this is no “Emmanuelle in America” or “La Bete” but there is a decisive factor that makes this film entertaining…the bewitching,breathtaking and bewildering presence of Tina Spathi. Spathi was a perfect fit for that sort of movies, her body language in particular.There was something extremely characteristic about her glance for example.She could alternate easily between angry/callous and lustful look with such ease,of course Spathi was smoking hot and she could easily have become an international queen of Erotica if she had the right connections. However she didn’t do half bad as she appeared in 25 films in a career that spanned only two years.

Archivists of Greek erotica and Euro Sexploitation enthusiasts could possibly enjoy this film. However Mylonakos’ picture is rare and will take a while for someone to track down.

Ένας από τους στυλοβάτες του Ελληνικού ερωτικού κινηματογράφου με έτερους συνοδοιπόρους στο κουρμπέτι ονόματα σαν τους Όμηρο Ευστρατιάδη και Παύλο Παρασχάκη,ο παραγωγικότατος  Ηλίας Μυλωνάκος στιγμάτισε με την κινηματογραφική του δουλειά το Ελληνικό sexploitation κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 καθώς και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 ,πρίν στραφεί στο είδος των βιντεοκωμωδιών που μεσουράνησε στην Ελλάδα με την έκρηξη του Βίντεο.

Σήμερα εξετάζουμε μιά από τις χαρακτηριστικότερες  δουλειές της Ελληνικής ερωτικής περιόδου του Μυλωνάκου, δουλειά που κυκλοφόρησε πριν τον ανακαλύψουν οι Γερμανοί της Αtlas film,οι οποίοι και διένειμαν εκτεταμένα το έργο του Μυλωνάκου στο εξωτερικό από το ’78 και μετά.

Κόρη ευκατάστατου μεγαλοαστού(Μακρή) μαθαίνει μετά το θάνατο του πατρός της πως έχει μείνει στον άσο. Ευσταλής νέος από τον κύκλο της οικογενείας προσπαθεί να τη στηρίξει με κάθε τρόπο αλλά η Μαρίνα (η κόρη ντε) του αποκαλύπτει την τραγική της  ιστορία, καθώς διατηρούσε ερωτική σχέση  με την ιδιαιτέρα του πατέρα της την Έλλη (Σπάθη) . Δυστυχώς το τέλος της ιστορίας φέρνει ακόμα μια τραγωδία.

Η ομάδα Μυλωνάκου-Καραβίδογλου(φωτογραφία)-Φουρνιστάκη(γενικών καθηκόντων) τα πάει αρκετά καλά τηρουμένων των αναλογιών και προσφέρει άφθονες ποσότητες γυμνού στο σεξουαλικά πεινασμένο Ελληνικό κοινό της δεκαετίας του ’70, αλλά κινείται παντελώς διεκπεραιωτικά στο αφηγηματικό κομμάτι,κομίζοντας μια ταινία που είναι κατα βάση ένα μελόδραμα με πολύ (καλαίσθητο) γυμνό . Φυσικά κρίνοντας από το χωροχρόνο του Ελληνικού κινηματογράφου της εποχής δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε περισσότερα. Οφείλουμε να κατανοήσουμε οτι η ταινία κυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά την πτώση της Χούντας. Κατά συνέπεια και παρά το γεγονός πως ο Μυλωνάκος φιλμάρει μια ταινία με θέμα το λεσβιακό έρωτα, η σχετικά σεμνότυφη ,σε σύγκριση με τα αντίστοιχα Ευρωπαικά φιλμ της εποχής,απεικόνιση που επιχειρεί και τα αφηγηματικά μοτίβα που χρησιμοποιεί δεν απέχουν παρασάγγας από τα μοτίβα του Ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου της εποχής,με λίγα λόγια παντελής έλλειψη ρεαλισμού…

Στους Έλληνες σκηνοθέτες ταινιών είδους της εποχής αρκούσαν τα λίγα,που να τρέχουμε να προβοκάρουμε τώρα…Λίγο ο πήχης του κοινού που βρισκόταν πολύ χαμηλά,έχοντας να κάνει εις το διηνεκές με τα σενάρια χαλκομανίες της Φίνος Φίλμς, λίγο το κινηματογραφικά απαίδευτον του Έλληνος,που καταλήγουμε? Δώστε (σοφτ) τσόντα στο λαό ! Τουλάχιστον το “Μέλι το κορμί της” δεν έχει σκηνή στα μπουζούκια…

Φυσικά και ο Μυλωνάκος δεν ήταν Μπόροβτσικ αλλά και η Σπάθη δεν έμοιαζε με καμία άλλη στο εξωτερικό. Καλά ακούσατε, η παρουσία της πανέμορφης και αισθησιακότατης Τίνας Σπάθη εκτοξεύει το παρόν τουλάχιστον πέντε επίπεδα πιό πάνω από εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται.Η γλώσσα του σώματος της συγκεκριμένης γυναίκας είναι το κάτι άλλο και ο τρόπος που κοιτάζει η Σπάθη είναι επίσης μοναδικός.Αυτά τα μάτια μπορούν να αποπνέουν ερωτισμό,σκληρότητα και τρυφερότητα μαζί και το καλλίγραμμο κορμί της εμβληματικής αυτής γυναίκας μπορεί να κάνει τη γη να σκιστεί στα δύο.Η μάγδα Μακρή παρότι έχει φάει γκολ από τα αποδυτήρια τα πάει επίσης αρκετά καλά .

Οι φανς του Κάλτ Ελληνικού κινηματογράφου και οι συλλέκτες του Ευρωπαικού ερωτικού σινεμά μάλλον θα το απολαύσουν.

AIDS-Love in Danger


Aids-Love in Danger (1985) aka “AIDS-Gefahr für die Liebe”

directed by:Hans Noever

Friedrich Graner, Géraldine Danon, Piero von Arnim

Dated and deservedly world unknown German/French obscurity that even given a very 
profound premise, manages to totally miss the point.

Prince, a young Berliner taxi driver , who has managed to get away from his drug addiction ,
falls in love with a young woman whose gay friend in turn falls for him . When Prince
receives the message to have been infected to a  non-sterile syringe with AIDS
, all jealousy is forgotten within the trio and both 
care dearly for the sufferers . The rejection , however, he suffers from his 
environment , burdens Prince heavily .

This one is annoyingly bad,even TV movies about drugs and AIDS like "Gia" are more focused
,on the spot and offer more insight than Noever's film. It's the lack of stark realism that
makes this one so annoyingly bad.Aids-Love in danger plays like a love drama and covers only
the Aids topic extremely superficially.Well it was 1985 and not a whole lot of details were disclosed 
for that ,then very recent and very frightening, disease but this doesn't mean that Noever 
can get away with this generic ,melodramatic piece of cinematic irrelevance.
The performances by the cast are also disturbingly flat and it perplexes me how lifeless 
and stale the overall handling of this production actually is.
I decided to present this movie solely on the grounds of being totally obscure,perhaps some 
films are better off forgotten and are left in obscurity for a good reason...

Γερμανο-γαλλική ανουσιότητα που αχρηστεύει ένα θέμα βαθύ,βαρύ και ασήκωτο,
αφού αναλώνεται σε μελοδραματισμούς που ήταν ξεπερασμένοι ακόμα και κατά την εποχή 
που κυκλοφόρησε το παρόν, καθώς και σε ερωτικά ενσταντανέ που έχουν το βάθος και την 
αφηγηματική βαρύτητα φωτορομάντζου.

Ενας πρώην τοξικομανής γνωρίζεται με μια κοπέλα και προσπαθεί να την κατακτήσει.
Μετά από λίγο θα αρχίσει να νιώθει ατονία και σε λίγο καιρό θα διαπιστώσει ότι πάσχει 
από την καταραμένη αρρώστια του καιρού μας, το Ειτζ.

Επιφανειακή διαχείρηση υλικού και δημοσιουπαλληλίκι που κάνουν τις Έητιζ ταινίες 
κοινωνικού προβληματισμού του Φώσκολου και του Δαλιανίδη να φαντάζουν  ο "Πολίτης Κέην"
μπροστά σε αυτό το αμάλγαμα από κλισέ το οποίο επιχειρεί μάταια να "εκμεταλευτεί" την τότε 
νεόκοπη μάστιγα του Έητζ.

Παρουσιάζεται αποκλειστικά για αρχειακούς λόγους,μιάς και είναι ,δικαίως, πανάγνωστο...

Private Parts


Private Parts(1972)

Creepy but occasionally witty Horror/comedy by Paul Bartel (Deathrace 2000,Eating Raoul).Bartel’s first feature film is a low budget triumph that still manages to impress the audience with its well-thought plot twists,great performances and very stylish and detailed cinematography and direction.

When Cheryl and her roommate quarrel, Cheryl moves into her aunt’s skid-row hotel in downtown L.A. rather than return home to Ohio. The lodgers are strange, Aunt Martha is a moralizer obsessed with funerals, murder is afoot, and the inexperienced and trusting Cheryl may be the next victim. She wants to be treated like a woman, and she’s drawn to George, a handsome photographer who longs for human contact but sleeps with a water-inflated doll and spies on Cheryl as she bathes. Jeff, a neighborhood clerk, may be Cheryl’s only ally in what she doesn’t realize is a perilous residence haunted by family secrets. And, what happened to Alice, a model who used to have Cheryl’s room?

It’s no secret that the great,late Paul Bartel was a great film maker. He loved cinema to the core and he invested every penny he had earned in order to complete his magnum opus, the brilliant black comedy “Eating Raoul”..Bartel did at least three films that went on to become hidden gems of cult cinema and “Private Parts” is one of them.

With a flawless narrative and an even more flawless eye for detail and cinematic style, “Private Parts” is an eye candy. Bartel creates a brilliant atmosphere and the seediness of the location,plus the oddity of his characters contribute to the success of his movie. Cheryl is a weird mix of innocence and sensuality and this makes the perils she has to cope with even more believable. The hotel proprietor and Cheryl’s aunt ,Martha ,is a repressed and fanatical person and while mostly tranquil as a person, she appears to be a sociopath who is about to erupt when given the chance .The cinematic work creates tension through and through and the seedy location makes for a great horror movie setting. There are of course hilarious moments,after all we’re talking about a Bartel film, but none of them feels contrived or out of place.

Credits must also be given to the overall presence and performances of the cast . It’s a pretty rare case in genre cinema when both the respective works of the cast and the crew blend perfectly together and create a convincing film. Private parts is one of those rare cases.

A perfect example of 70ies underground/low budget film making with seedy and disturbing overtones ,this movie is not to be missed…

Πωλ Μπαρτέλ ,η μεγαλοφυία πίσω από την υπέροχη μαύρη κωμωδία “Eating Raoul” και ο άνθρωπος που παρέδωσε στο Ρότζερ Κόρμαν το exploitation διαμάντι Death Race 2000 , κάνει παπάδες και παίζει τις κάλτσες του, στο γενικά υποτιμημένο και ειδικά ακόμα και από το γράφοντα αγνοημένο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του , που φέρει τον άσχετο, όπως σχεδόν πάντα, Ελληνικό βιντεοτίτλο “Απόκρυφη ηδονή”

Κοράσιον από το Οχάιο,ονόματι Σέρυλ, το σκάει από το διαμέρισμα που συντηρούσε μαζί με την αχώνευτη φίλη της και καταφεύγει σε ξεπεσμένο ξενοδοχείο στο κέντρο του Λος Άντζελες που διευθύνει η ασκητικής αυστηρότητος θεία της, Μάρθα. Στο ετοιμόρροπο ξενοδοχείο κατοικοεδρεύουν διαφόρων λογιών φρούτα,έχοντα όλα τον κοινό παρονομαστή οτι είναι τρελάρες. Μέσα σε αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον η περίεργη Σέρυλ προσπαθεί να ανακαλύψει τη σεξουαλικότητά της, γεγονός το οποίο θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές και αιματοβαμμένες καταστάσεις.

Αχ, αυτός ο Σέβεντις Αμερικάνικος σινεμάς, η εποχή όπου κάμερες Παναβίζιον κατέγραφαν την παρακμή του αστικού τοπίου και την οπτικοποιούσαν με έναν ασύγκριτα γοητευτικό τρόπο. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την urban ζούγκλα της Νεας Υόρκης αλλά με αυτήν της πόλης των Αγγέλων. Ο Μπαρτέλ φιλμάρει με εξαίρετο στυλ , προβάλλει τη θεματική του με εμφατικό τρόπο, δίνει διαφορετική επίγευση στη συνταγή του προσθέτοντας χαριτωμένα κωμικά στοιχεία και πολύ απλά παραδίδει στο Κορμανέικο και σε εμάς μια μεγάλη ταινία γεγονός το οποίο φαντάζει το λιγότερο εντυπωσιακό κρίνοντας από το οτι ο Τζην Κόρμαν,αδερφός του Ρότζερ, του διέθεσε πενιχρό προυπολογισμό για την ολοκλήρωση της ταινίας.

Το Private parts διαθέτει εξαίρετη σκηνοθεσία,φωτογραφία,ερμηνείες,αίσθηση του ρυθμού και αφηγηματικές αρετές , στοιχεία που σπάνια συναντώνται όλα μαζί και τόσο όμορφα μπλεγμένα όπως στο παρόν.Είναι ένα πεμπτουσιακό καλτ φιλμ ,όπου τα είδη του ψυχολογικού θρίλερ,της μαύρης κωμωδίας και των ταινίων τρόμου στήνουν  ένα πολύ γοητευτικό παχνίδι και αξίζει να θεαθεί ,όπως και το υπόλοιπο έργο του Μπαρτέλ ,από περισσότερους σινεφίλ.


scalps greek.jpg


directed by:Fred Olen Ray

cast: Jo-Ann Robinson, Richard Hench, Roger Maycock

Lowest of the low rent Slasher affair that manages to stay watchable and dare I say slightly disturbing despite its shortcomings and poverty row production values.

Six college archeology students work on a dig in the California desert, despite the warnings of a professor and the town drunk. When the group digs around in an Indian burial ground for artifacts, they unleash the evil spirit of Black Claw. The spirit possesses one of the group and begins slaughtering them one by one.

This is as raw,technically crass and inept as a film could ever be,it almost borders with some “shot-on-video” pictures like “Truth or dare…” ,then it features some of the most shallow and unlikable characters ever to grace a slasher film set, the fact that they supposedly are “archeology students” beggars belief ,as all of them ,bar one, are airheads and are after sex and booze exclusively.Truth be told ,watching them falling prey to “Black claw” will probably make most viewers sigh with relief.

However “Scalps” makes great use of the ominous film score to enhance the disturbing events taking place at the burial site and has a crass/home video/camcorder real life quality despite being shot on film. In my view flicks like “Scalps” and several other -way better-exploitation entries like “Combat Shock” or “Last House on Dead end street” and of course the pinnacle of that sort of film making but way more stylistically challenging “Cannibal Holocaust”  made great use of that “documentary like” film making and managed to create discomfort to the majority of the viewers.All of those films also used music soundtrack to a great effect as a complimentary means in order to send chills down the spines of countless unsuspecting exploitation fans.While “Scalps” is a lesser effort in every imaginable field, it also conveys the aforementioned qualities, perhaps due to budget limitations, and while not stylish at all, is at moments a pretty wild and pure cinematic experience.The desert location is always effective for that sort of films but unfortunately the bloody scenes are surprisingly harmless due to mostly being shot at night and being badly lit.The editing is also really choppy and displays a vast array of continuity errors ,something that in hindsight appears to be rather amusing.

All in all “Scalps” is unashamedly trash cinema and thus addressed to the most radical of exploitation fans. Cinephiles that are inclined to watch more polished slasher/horror productions will probably be appaled by this one…

Παρακμιακό Σλάσερ που παραμένει λειτουργικό αναδίδοντας εσάνς αληθοφάνειας,εξαιτίας της ωμής και άτεχνης κινηματογράφησης και της καταπληκτικής χρήσης της μουσικής επένδυσης.

Ομάδα κουφιοκέφαλων και αντιπαθέστατων φοιτητών αρχαιολογίας αγνοούν επιδεικτικά όλα τα προμηνύματα και κατασκηνώνουν σε αρχαίο Ινδιάνικο νεκροταφείο. Οι ανασκαφές τους ταράζουν τον φαινομενικά αιώνιο ύπνο ενός μοχθηρού νεκρού Ινδιάνου μάγου-του “Μαύρου Νυχιού” ,ο οποίος και επιβάλλει την τάξη καταλαμβάνοντας το σώμα ενός από τους φοιτητές ,ο οποίος στη συνέχεια παίρνει τα σκαλπ των βλάσφημων λευκών.

Όχι ακριβώς κινηματογραφικό αριστούργημα, το “scalps” είναι άτεχνα γυρισμένο και τόσο κακοφωτισμένο που σε κάνει πραγματικά να απορείς.Παρόλα αυτά η ταινία του Φρέντ Όλεν Ρέη διαψεύδει τα προγνωστικά και κομίζει μερικές απολαυστικά ωμές κινηματογραφικές στγμές σχεδόν ντοκυμαντερίστικου γκραν γκινιόλ και χρησιμοποιεί τις αδυναμίες του ως προτερήματα.

Φυσικά και ο Ρέη δεν πρωτοτυπεί… Υπάρχουν ταινίες πολύ καλύτερες από τη δική του σε αυτόν τον τομέα.Ας αναφέρουμε ενδεικτικά τα ωμά αριστουργήματα: Combat Shock και Last House on Dead end Street με τη σχεδόν snuff αισθητική τους και ας αφήσουμε απ’έξω το υποδειγματικά στυλιζαρισμένο,αριστουργηματικό ,ψευδοντοκυμαντερίστικο στυλ του Ντεοντάτο στο Cannibal Holocaust, δίοτι πολύ απλά ο άνθρωπος κινηματογράφησε έτσι από επιλογή…όχι από ανάγκη.

Πίσω στο παρόν, η  κάμερα φιλμάρει χωρίς αιδώ  τα πάθη των πρωταγωνιστών, υφαρπάζοντας τον τρόμο τους και το σουρεαλιστικό μοντάζ,απόρροια μάλλον χρήσης παραισθησιογόνων, ενισχύει το πρωτόγονο,ή μήπως κινηματογραφικά πρωτογενές, αποτέλεσμα. Τελικά ως τι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το scalps? Ώς παράδειγμα προς αποφυγή ή προς μίμηση? Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχει σαφής απάντηση, αφού το παρόν παρά το γεγονός οτι είναι τεχνικά τεκές, από την άλλη αποτελεί τρανταχτή απόδειξη οτι δεν χρειάζεται κανείς πάρα πολλά εφόδια προκειμένου να παράξει μια ταινία με οντότητα.

Θα ρωτήσετε “σου άρεσε τελικά?”

Ναί! Ο Γράφων απολαμβάνει το ωμό σινεμά,αυτό που μυρίζει πέτρα και χώμα και το Scalps είναι τέτοιο σινεμά. Αριστούργημα παρόλα αυτά δεν είναι.Αφορά κατ’αποκλειστικότητα τους Σλασερ χουλιγκάνους και τα γκραιντχάουζ φρικιά.Οι οπαδοί του γυαλισμένου 80ies τρόμου δε θα ξέρουν από που τους ήρθε…

The Beast and the magic Sword

La bestia y la espada mágica (1983)

directed by:Paul Naschy (as Jacinto Molina)

cast: Paul Naschy, Shigeru Amachi, Beatriz Escudero

Extremely lush and detailed conclusion to the Daninsky/el Hombre Lobo saga.The beast and the magic sword has everything a Naschy fan could ever wish for and then some.It simply is a jewel in the crown of “Cine fantastique”.

Back in the days of Sword and Sorcery a King assigns to the Polish nobleman/warrior Ireneusz Daninsky to fight with and liquidate the Magyar warrior Bulgo.Ireneusz accepts the assignment,beats and decapitates Bulgo and gets married to the king’s daughter.However Bulgo’s mistress Amese the witch ,puts an evil spell to Ireneusz’s pregnant wife .From that point on the Daninsky bloodline will be cursed  to suffer from lycanthropy.Fast forward in the 16th Century, the lycanthrope Waldemar Daninsky goes from his native Europe to Japan, seeking a way to cure himself of being a werewolf. Only a Japanese sorcerer named Kian and a magic silver sword can save him.

The story of this Spanish/Japanese co-production is pretty well-known to the Naschy fans, but the fact that this film is mostly set in feudal Japan was a nice change of pace for the Naschy werewolf series of films. The use of Spanish language might be a little off the cuff,especially when Japanese characters are involved in the majority of the plot,however the language itself sounds great in the context of exploitation cinema.Both the first part of the film that depicts the beginning of the cursed Daninsky bloodline and the Japanese part of the story ,where the use of Japanese Folklore kicks the gates of the plot wide open,are splendidly executed. There is martial arts scenes galore in this picture,and let me stress that those scenes are wonderfully staged and choreographed.Other highlights include a raging Hombre Lobo attacking a Geisha-house anf dispatching everyone behind the flimsy walls,the werewolf vs Sherkhan the tiger scene and Kian’s battle against some Japanese demons.But there is a highlight scene to be found literally every five minutes into this film. Naschy’s storyline is superb and makes great use of the Japanese tradition/magic/rituals. In no way do the japanese elements appear as cheesy,superficial or far fetched and the appearance of quality Japanese actors like Shigeru Amachi gives even more credibility to the proceedings.

All in all a truly splendid production, a real Naschy blueprint.Emphatically recommended.

Πωλ Νάσυ,ελ όμπρε Λόμπο. Απλά ένας από τους πυλώνες όχι μόνο του Ισπανικού,αλλά του ευρύτερου Ευρωπαικού κινηματογράφου του φανταστικού. Σύμφωνοι, το υποκριτικό στύλ του Ισπανού ,πρώην πρωταθλητή στην Άρση βαρών,δεν είναι για το καθένα, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει οτι με τη διορατικότητά του και το ταλέντο του,που το επιδείκνυε ακόμα και ώς σεναριογράφος ή σκηνοθέτης,ο Νάσυ άνοιξε μαζί με δημιουργούς όπως ο Φράνκο ή ο Ντε Οσόριο νέο κεφάλαιο και έγραψε ένδοξες σελίδες στο χρυσό βιβλίο του Genre cinema.

H τελευταία ταινία όπου ο Νάσυ φοράει το μακιγιάζ του Λυκάνθρωπου Βάλντεμαρ Ντανινσκι είναι ένα μπιμουβάδικο ποίημα.Ισπανο-Ιαπωνική παραγωγή ούσα ,η συγκεκριμένη ταινία χαίρει πολύ πιο γεναιόδωρης χρηματοδότησης από οτι το μέσο eurotrash ταινιάκι και συν τοις άλλης είναι γυρισμένη στην Ιαπωνία,συγκεκριμένα στα στούντιο του εκλεκτού του Ακίρα Κουροσάβα,του τιτάνα Τοσίρο Μιφούνε.Αυτό το γεγονός προσδίδει μια αυθεντικότητα στην πλοκή,κάτι στο οποίο το λεπτομερές και εξαίρετο σενάριο του ίδιου του Νάσυ συμβάλλει τα μέγιστα.

Και μπορεί η πλοκή να έχει χαρακτηριστικά Σάγκας και να απλώνεται μέσα σε τουάχιστον τρείς αιώνες ,αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποπροσανατολίζει ή προκαλεί κόπωση στο θεατή.Η παρουσία του Ιαπωνικού φοκλόρ ειναι καταλυτική για την εξέλιξη της πλοκής ,μα σε καμία περίπτωση ρουστίκ ή τουριστικού χαρακτήρα. Οι Ιάπωνες ηθοποιοί ,με προεξάρχοντα τον καταπληκτικό Σιγκέρου Αμάτσι , προσδίδουν επίσης ακόμα περισσότερη αληθοφάνεια στα δρώμενα.

Ταινία στην οποία ο μεσαιωνικός τρόμος, η Ιαπωνική κουλτούρα με ό,τι συνεπάγεται αυτό-είτε μιλάμε για Ιαπωνική μαγεία ,είτε για κώδικα τιμής και μενταλιτέ των Σαμουράι,είτε για πολεμικές τέχνες, συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται χρήζει πολλών συγχαρητηρίων.

Το “Τέρας και οι Σαμουράι” είναι μια απόλυτα ολοκληρωμένη προσπάθεια και τιμά τον κινηματογράφο είδους. Οι φάνς του Νάσυ αλλά και των πολεμικών τεχνών θα πάρουν ό,τι ποθούν από αυτή την ταινία και ακόμα περισσότερα…

The Flower in his Mouth

The Flower in his Mouth (1975) aka “masters” “gente di rispetto”

directed by:Luigi Zampa

cast:Franco Nero,Jennifer O’Neill, James Mason

An interesting cinematic adaptation of a Novel, “Masters” is an underrated hidden gem that goes as far as to criticise the obsolete feudal structures of the Italian province ,the superstition of the local townsfolk, the neverending and unbreakable relation of the Italian judicial and political system to the mob and the deep rooted turmoil between social classes and all this by utilizing a giallo/mystery narrative .

A female school teacher is implicated in a murder in a Sicilian town only hours after her arrival. The dead man insulted her on the bus on the way into town. As the mystery unfolds, it becomes clear that the town is hiding some very sinister secrets.

For starters, it’s no secret that Luigi Zampa was a gifted director.His credentials in the Italian cinema seem to be pretty illustrious and “Masters” is no exception. Zamba’s film makes great use of the Giallo way of narrative ,but he manages to come up with a film that is likely to  appeal to arthouse cinema fans.His delivery is not extremery dissimilar to the Italian neorealist cinema and there is also a prevalent  pessimistic feel throughout the entire duration of the film.The Italian province  is used to a great effect,in a way quite close to Fulci’s “Don’t torture a Duckling, but there are no accusations against the Catholic church to be found here.

Zampa’s cinematic pendulum contantly swings  between giallo/genre film structural norms and more socially aware and critical cinema tendencies. Something which also reminded me Silvio Amadio’s “A gun for a Cop”,at least in terms of having a mixed agenda,for “Masters” is a way superior effort in every possible way.

Jennifer O’Neill and James Mason deliver solid performances and Franco Nero is quite good.The plot is dense but not overly complicated and the climax makes total sense.However the lack of violence and gore will probably keep the gorehounds away.

To sum up.”Gente di Rispetto” is a well made film ,however the subject matter has a strictly local character and this is likely to estrange the non-Italian viewers.Sicily might not  exactly be another planet ,but some plot details and the ever prevalent Italian mentality should not discourage the potential viewers.

Όμορφος σινεμάς από το Λουίτζι Ζάμπα.Λίγο social drama ,λίγο οι συμβάσεις του Giallo, λίγο crime action ,λίγο καταγγελτικό πνεύμα και η σούπα δένει αφήνοντας μια πολύ ευχάριστη Σέβεντις επίγευση.

Δασκάλα με προοδευτικές αντιλήψεις διορίζεται στη Σικελία.Από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνεται πως ο Ιταλικός νότος λειτουργεί με συγκεκριμένους κώδικες.Όταν ένας ντόπιος παράγων του υποκόσμου που είχε την ατυχή έμπνευση να την κορτάρει μάλλον άκομψα, δολοφονείται και στήνεται ως θέαμα στην πλατεία του χωριού με ένα λουλούδι στο στόμα , τότε το ανήσυχο πνεύμα της δασκάλας έχει κάθε λόγο να γίνει πιο ανήσυχο.Η γνωριμία της με τον ντόπιο γαιοκτήμονα και σπιτονοικοκύρη της, Μπελοκάμπο ,δεν ρίχνει φως στις σκοτεινές λεπτομέρειες της δολοφονίας, ενώ σύντομα δύο τσιράκια του τοπικού Γερουσιαστή θα πέσουν και αυτά θύματα του άγνωστου δολοφόνου.

Αρκετά αναίμακτο πλην καταγγελτικό ,πεσσιμιστικό και πιο αριστερόστροφο από τη συνήθη ρητορική του Ιταλικού crime action και όχι απολιτίκ όπως τα λοιπά Σέβεντις Gialli ,το “Masters” δικαίως ξεχωρίζει .Ανήκει αε αυτή την κατηγορία ταινιών που παίζουν με τις συμβάσεις των ταινιών είδους προσθέτοντας αναφορές στο φορτισμένο κοινωνικοπολιτικό Ιταλικό σινεμά των δεκαετιών 50-70.Φυσικά ο Ζάμπα ασκώντας κριτική  εναντίον των προκαταλήψεων των κατοίκων του Ιταλικού Νότου,των σχέσεων κράτους-Μαφίας,των φεουδαρχικών καταλοίπων και απεικονιζοντας γλαφυρά τη ζωή των χαμηλών κοινωνικών τάξεων στη Σικελία δεν αναβαθμίζεται αυτόματα σε Ροσσελίνι, πλην το πάντρεμα που επιχειρεί χωρίς να είναι βαθυστόχαστο δεν διαφέρει εικονοπλαστικά πολύ από την βαμπιρική πολιτική σάτιρα του Κοράντο Φαρίνα στο “Hanno cambiato faccia” ή  από το σινεμά του Έλιο Πέτρι.

Η πλοκή είναι λεπτομερής αλλά παραμένει καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας ευανάγνωστη και το κάστ τα πάει περίφημα. Με λίγα λόγια,αν είστε διατεθειμένοι να ξεφύγετε λίγο από τα τετριμμένα μπιμουβάδικα τερτίπια μπορείτε να δοκιμάσετε να δείτε το παρόν,αφού και ωραία ατμόσφαιρα έχει και πλοκή και ποιοτικές ερμηνείες διαθέτει.


Bloodeaters (1980) aka “Forest of Fear” “Toxic Zombies”

directed by:Charles McCrann

cast: Charles McCrann, Beverly Shapiro, Dennis Helfend

Despite being considered a minor cult classic and a grindhouse favourite, “Toxic Zombies” is a very flawed movie. Mostly plagued by the shoddy production values and the dodgy gore scenes ,this flick can be occasionaly tough to sit through but retains its historical value and remains an interesting curio for Zombie cinema fanatics.]

After drug crops are sprayed with a chemical by a passing airplane, the hippy growers of the crop are poisoned by the chemical  turn into zombie-like mutants that feast on flesh and blood (hence “Bloodeaters”) and go on a killing spree. A local officer tries to stop them but he also has to deal with two federal agents that ordered the spraying and are now trying to sweep the horrensous result of their action under the rug.

Well,I’ve been wanting to lay my greedy hands on this VHS forever.Apparently this flick is far from being a holy grail of exploitation cinema. The direction is pedestrian at best ,the gore is amateurish and the pace of the film is excruciatingly slow, but it has that nostalgic grindhouse cinema feel and judging from its “hippy gone crazy” premise it would make a nice double bill with the other gonzoid hippy trash classic ,”I drink your blood”  that is.

However ,if I must compare the two aforementioned films to each other,then I must admit that “I drink your blood” was more over-the-top, extravagant ,trashy fun.

Of course McCrann’s little DIY triumph of a film, while plagued by all sorts of ineptitude ,is likely to amuse the completists of zombie movies. Truth be told ,this one is still better than turkeys like “Zombie Lake”.

Ο αγώνας να αποκτηθεί αυτή η ταινία στο απόλυτο τρασοφορμάτ,το vhs φυσικά, μπορεί να μην έμεινε αδικαίωτος,παρόλα αυτά οι προσδοκίες μου για μια τρας σφαλιάρα στα πρότυπα του άλλου Ζομποχίππυ υπερέπους “I drink your blood” διαψεύσθηκαν πανηγυρικά.

Χίππυς καλλιεργούν Μαριχουάνα σε δασώδη έκταση στη μέση του πουθενά.Το FBI ψυλλιάζεται τις παράνομες δραστηριότητες και στέλνει δύο πράκτορες Ράμπο στον τόπο του εγκλήματος.όταν όμως τα όργανα της τάξεως στέλνονται με συνοπτικές διαδικασίες στον άλλο κόσμο από τους καλλιεργητές,τότε η υπηρεσία αποφασίζει να ψεκάσει την περιοχή με τοξικό φυτοφάρμακο,αγνοώντας τις επιπτώσεις που έχει στον ανθρώπινο οργανισμό. Τι το θελαν? Οι θιασώτες της εναλλακτικής γεωργίας μετατρέπονται σε αχόρταγα και αιμοβόρα Ζόμπις και σκορπούν τον τρόμο στην ευρύτερη περιοχή.

Παρά την πολλά υποσχόμενη ιστορία,η ταινία κάνει αλλεπάλληλες κοιλιές,είναι άθλια κινηματογραφημένη,ανέμπνευστα σκηνοθετημένη και το σπλάτερ αποτελεί ευγενική χορηγία του τοπικού χασάπη.Όχι ακριβώς αυτό που λέμε “καλή ταινία τρόμου”. Για να δώσουμε και ένα ελαφρυντικό στο σκηνοθέτη/παραγωγό/ηθοποιό Τσαρλς Μακ Κραν, στην παρούσα ταινία ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές και κατόρθωσε να προσδώσει στο πόνημά του αυτήν τη γοητευτικότατη grindhouse αισθητική,αλλά κάπου εδώ τελειώνουν τα ελαφρυντικά και τα θετικά του όλου εγχειρήματος,αφού έχουμε δει φιλμ παρόμοιων καταβολών να θριαμβεύουν σχεδόν σε όλους τους τομείς.

Οι φανς των ταινιών με Ζόμπι μπορούν να ασχοληθούν,οι λοιποί μάλλον όχι.