Necromancy

Necromancy(1972) aka “The Witching” “A life for a life”

directed by:Bert I. Gordon

cast:Bert I. Gordon, Gail March,Pamela Franclin

Effective low-budget supernatural/satanic horror with a confusing background,”Necromancy” manages to retain its appeal in spite of the fact that there are at least two alternate cuts of the movie around.Gordon’s film that debuted in the Seventies appears to be a different cut compared to the 1981 recut of the film that I watched and that is the more widespread version the film.

A strange and sinister man, Mr. Cato (Orson Welles), wields extraordinary power in the small town of Lilith. The townsfolk indulge in weird rituals in their pursuit of necromancy, bring the dead back to life. Against this disturbing background a beautiful young girl, Lori (Pamela Franklin), becomes the human catalyst. She is married to one of Cato’s workers and holds the key between life and death: what Cato and his followers have in mind is using Lori to bring back Cato’s dead son.

I cannot really get why there are so many people around who hate this one.If what you need is good,old supernatural & satanic horror with touches of psychedelia and unmistakeable grindhouse atmosphere,then this one checks all boxes.

It sure is a low-budget affair and a flawed movie,especially in terms of pace but it builds suspense and leads to a nice climax.Plus there are various over-the-top scenes of rituals and a nice if cheesy scene of necromancy/resurrection.

Welles and Franclin are classy and atmospheric in their respective parts and give some extra points to an already cool flick.

Ελκυστικό φιλμ υπερφυσικού/Σατανικού τρόμου που πατάει μεν στα κλισέ του είδους γεμίζοντας κινηματογραφικό χρόνο με ψυχεδελικές απεικονίσεις σατανιστικών τελετών βγαλμένων από τη δεκαετία του 70,πλην καταφέρνει να δημιουργεί δυσοίωνη ατμόσφαιρα και τελικά να ικανοποιεί.

Περισσότερο πατώντας στο αφηγηματικό/κινηματογραφικό στυλ παρά στην ουσία της ιστορίας , ο Γκόρντον συνεπικουρούμενος από την ηγεμονική παρουσία του Όρσον Γουέλς και την ευάλωτη αύρα της Πάμελα Φράνκλιν ,μας προσφέρει έναν βίντατζ Σέβεντις εφιάλτη βουτηγμένο στα παραισθησιογόνα και θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.

Ναι μεν το κεντρικό μοτίβο της Νεκρομαντείας δείχνει τραβηγμένο από τα μαλλιά,αλλά κινηματογραφικά ό,τι μας παρουσιάζει ο σκηνοθέτης δείχνει να λειτουργεί . Έτσι η φαινομενικά ανιαρή  κωμόπολη του Λίλιθ (χμμμ) γίνεται θέατρο ανίερων πράξεων που οδηγούν σε ένα αποκαλυπτικό φινάλε.

Μπορεί όλα αυτά να φαντάζουν ειδικά στον πιο κυνικό και πραγματιστή θεατή ως τρίχες κατσαρές,αλλά οφείλουμε να θυμόμαστε ότι το συγκεκριμένο είδος σινεμά δεν πατάει σε λογικά θεμέλια,αλλά σκοπεύει να αφυπνίσει φόβους κρυμμένους βαθιά στο υποσυνείδητο ή και στο ασυνείδητο,όπως το φόβο απέναντι στην άυλη και αινιγματική φύση του “κακού”,που ως ο αντίποδας στην αγνότητα θα έπρεπε να μας αφορά ούτως ή άλλως.

Πεποίθηση του γράφοντος παραμένει πως με τη μεταμόρφωση του κινηματογράφου σε προιόν πιο “ρεαλιστικό” ναι μεν κερδίσαμε σε ταινίες που “μιμούνται” τη ζωή,αλλά απωλέσαμε λίγη από την αθωότητα των περασμένων δεκαετιών και αυτό είναι κάτι που δυστυχώς έπληξε το σινεμά τρόμου και δείχνει μη αναστρέψιμο.

 

 

Advertisements

Justine de Sade

Justine de Sade(1972)

directed by:Claude Pierson

cast:Alice Arno, Yves Arcanel, Michel Bertay

 

“I am just a poor orphan girl…”

this is the Mantra that Therese, a beautiful but naive young girl, who finds herself being passed around from depraved pervert to depraved pervert, enduring just about every kind of sexual degradation there is  keeps on repeating .She is sent to jail by an early employer because she refuses to steal. In another scene, the man she saves from a gang of outlaws rapes her. Once again she is victimized by a sodomitical pair when she won’t help them kill one of their aunts. Despite her trials and tribulations Therese has the futile hope that some kind stranger will eventually help her.But this is not bound to happen ,as lightning strikes.

Dated but quite graphic and accurate depiction of the Sade story by Claude Pierson,who however does not seem to want to surpass the softcore conventions and trappings ,hence we have to deal with a merry and silly softcore sense of aesthetics and narrative.Some would argue that this fortunately happens for a good reason , because had it been more realistic,this film would perhaps be too hard for anyone to stomach.

Imagine that there are people that find this piece of cinematography disturbing anyway.Well it’s not so, since it is filmed in the most unrealistic way possible,in a softcore manner,built to titillate and to provoke the Seventies cinema audience.Nonetheless there is something that makes this film more authentic than other De Sade adaptations,it’s the quality of the narrative and the depiction of the depravity that feel loyal to Sade’s storytelling regardless of the softcore mannerisms.The acting in this one was also surprisingly good and the cinematography was impeccable.

Justine de Sade was a glorious victory…

Μπόμπα σόφτκορ από τη χρυσή περίοδο του είδους, τούτο εδώ παίζει τις ταινίες του Ντ’Αμάτο στα ίσια και ευτυχώς ή δυστυχώς κρατά λίγο τα φρένα πατημένα αφού ποτέ δεν δίνει την αίσθηση πως ποντάρει στα φτηνά τρυκ για να σοκάρει.Τουναντίον όλες οι “ακραίες” σκηνές δείχνουν να εξυπηρετούν την αφηγηματική λογική,την πλοκή και το πνεύμα του Σαντ κατ’επέκτασιν.

Η Τερέζ χάνει τους δικούς της στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών.Έκτοτε περιφέρεται στη Γαλλική ενδοχώρα προσμένοντας κάποιον να τη βοηθήσει. Αλίμονο,η φτωχή ορφανή πέφτει από κατεργάρη σε κατεργάρη και υπομένει στοικά όλους τους πιθανούς και απίθανους σεξουαλικούς εξευτελισμούς,αρνούμενη όμως να αφήσει τη φλόγα της αγνότητας που καίει στην καρδιά της να σβήσει…

Με μια τέτοια ιστορία που βρίθει exploitation συμβολισμών και θεωρητικά αβανταδόρικης εικονοπλασίας δεν ξέρω αν θα έπρεπε να κλάψουμε ή να αναστενάξουμε με ανακούφιση που το παρόν σενάριο δεν έπεσε στα χέρια κανενός πιο ξεδιάντροπου σκηνοθέτη όπως ο Μπρούνο Ματέι. Όπως προαναφέρθηκε ο Πιερσόν έχει στο νου του πρώτα να εξυπηρετήσει την πλοκή και μετά να προκαλέσει,άρα η ταινία του παραμένει σχετικώς καλαίσθητη και νευρώδης,σχετικά πάντα με τα σοφτκορ στανταρ.

Η Άλις Αρνό και το λοιπό καστ παραδίδουν ερμηνείες έτη φωτός ανώτερες από αντίστοιχες ταινίες του είδους.Η φωτογραφία είναι να την πιείς στο ποτήρι και γενικά το παρόν είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα ενός είδους που δύσκολα ικανοποιεί και εύκολα απογοητεύει.

Τρίποντο…

The Godfather’s Friend

The Godfather’s Friend(1972)

directed by:Frank Agrama

cast:Richard Harrison, Erika Blanc, Krista Nell

Vietnam vet with a degree in poison gas application lives a secluded life in Turkey but he leaves in an urgent manner everytime he receives a telegram from abroad . Richard is a hit man and “friends” with the Godfather. Richard is also after the goons who killed his parents many years ago.When an old love comes knocking at Richard’s door the order will be disturbed and Richard’s life will turn to a living nightmare.

Standard fare Italian/Turkish Mafiasploitation with a few merits in the form of its rather illustrious cast and picturesque turkish locations,Agrama’s (Dawn of the Mummy)movie does little to impress and adds even less to the golden annals of the crime/mafia flicks that stemmed from Italy during that particular period.

The Godfather’s Friend  lacks grit but is packed with nudity ,mafiosi shenanigans and features a rather disinterested Richard Harrison,However the presence of Eurobabes extraordinaire Erika Blanc and Krista Nell and the cool twist ending make this one a rather passable affair,at least for Farouk Agrama’s standards.

Fans of 70ies crime action and genre completists will probably have some mild fan…

Ρίτσαρντ Χάρισον και Έρικα Μπλανκ προσφέρουν στο λαό κανα-δύο καρτποσταλικές σκηνές στα τουρκικά παράλια αλλά κατά τα άλλα τούτο εδώ το crime actioner Ιταλοτουρκικής παραγωγής και σκηνοθεσίας Φρανκ Αγκράμα κινείται στον αυτόματο πιλότο και δεν προσθέτει σε καμία περίπτωση νέες σελίδες στο χρυσό βιβλίο του Eurocrime.Φέσι ανεπανάληπτο σαν τα αχαρακτήριστα turco-crime των   Yilmaz Atadeniz, Giulio Giuseppe Negri δεν είναι σε καμία περίπτωση,αλλά δεν είναι και κανένας crime κολοσσός που να σε καθηλώνει.

Άν θέλετε καμιά ρετρό Σεβεντίλα για να περάσετε νωχελικά τη βραδιά σας πάντως,τούτο εδώ την κάνει τη δουλειά. Μην περιμένετε πάντως να μετατρέψει το κάθισμά σας σε “ηλεκτρική καρέκλα”.

Dracula’s last Rites

draculas-last-rites

Dracula’s last Rites (1980)

directed by:Domonic Paris

cast:Patricia Lee Hammond, Gerald Fielding, Mimi Weddell

Business is good at A.Lucard’s Mortuary. A little too good, in fact. It seems that Mr. Lucard likes to bring his clients to the embalming room a bit before their time. That way, he’s always assured of a fresh supply of his favorite late-night beverage. But one family catches on to the ghoulish scheme and takes action.

Non-cinema by Domonic Paris,this one has so many continuity errors,plot holes and gaffs that it falls into the Ed Wood category of movie making.Last rites takes itself too seriously but alas there is no light at the end of the tunnel as every Paris’ attempt to construct a sense of style or suspense is followed by an unsalvageably wretched piece of cinematography.

Calling this one a guilty pleasure would be a far fetched assumption too.There are hilariously bad films that manage to stay entertaining,sadly “Last rites” is not such a case.The second half of the film is stretched in order to add more substance (well…) to the proceedings and to actually make this inane screenplay into a feature film and as a result the movie turns from half-bad to a completely meandering,tedious cinematic experience.The acting also leaves a lot to be desired.

This one addresses only to the most hardcore of bottom-barrel Z-grade cinema. People who are immune to such video trash are likely to make it through Last rites.

Σε μια μικρή πόλη , πέντε βρικόλακες με επικεφαλής τον γλοιώδη Κύριο A.Lucard (το όνομα διαβάζεται και ανάποδα) έχουν βρει έναν εύκολο τρόπο, για να τρέφονται και να μην κινούν τις υποψίες. Έχοντας θέσεις κλειδιά ( όπως σερίφης, τραυματιοφορέας, ιδιοκτήτης γραφείου τελετών και γιατρός ),έχουν στήσει κανονική “παράγκα” δολοφονώντας άρρωστους και τραυματίες και στην συνέχεια μεταφέροντας τα πτώματα στο γραφείο τελετών, για να τραφούν. Κατόπιν καρφώνουν ένα παλούκι στην καρδιά των θυμάτων, για να μην επιστρέψουν αυτά στην ζωή και προστεθούν ανταγωνιστές στο κόλπο. Το πράγμα θα μπλεχτεί, όταν ένας κάτοικος θα αντιδράσει στην βιαστική μεταφορά, της νεκρής πεθεράς του και θα αποφασίσει η νεκρώσιμη τελετή, να γίνει στο σπίτι. Το πρόβλημα είναι ότι η ηλικιωμένη έχει ήδη δαγκωθεί από τα βιαστικά βαμπίρ, με αποτέλεσμα να σηκωθεί και να πάρει τους δρόμους. Τότε ο γαμπρός, αποφασίζει να ερευνήσει τι ακριβώς συμβαίνει στην πόλη.

Βαμπίρ που χρησιμοποιούν make up και κερί ταρίχευσης προκειμένου να μην καίγονται από τον ήλιο,βαμπίρ που ανήκουν σε κλίκες και προωθούν το ίδιον συμφέρον,βαμπίρ γιαγιά που περιπλανιέται με ξασμένο μαλλί και με απλανές βλέμμα ωσάν να έχει μόλις υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο,το μικρόφωνο του μπούμαν μέσα σε κάδρα,οι σκαλωσιές των σκηνικών και τα κάνιστρα από φιλμ να προσθέτουν εσάνς εργατιάς στο όλο σκηνικό και ένα φινάλε που υποτιμά κατάφορα τη νοημοσύνη ακόμα και του πιο καλόβολου/καλόπιστου τρας οπαδού/σταυροφόρου.

Έφριξε το σκυλί, με το υπερσκουπίδι το οποίο είχε κυκλοφορήσει μάλλον συμπτωματικά σε Ελληνικό beta/vhs από τη συνήθως γκλαμουράτη Audiovisual.Το μόνο που μπορώ να φανταστώ είναι πως οι υπεύθυνοι της εταιρίας μάλλον φανταζόντουσαν πως το παρόν θα έμοιαζε έστω και κατά προσέγγιση με τις ταινίες της Hammer films.

Αλί και τρισαλί ,το παρόν είναι κακό πέρα από κάθε φαντασία και το χειρότερο …παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά…

Μόνο για μανιακούς με το σπορ.

The Driller Killer

The Driller Killer (1979)

directed by:Abel Ferrara

Cast:Abel Ferrara, Carolyn Marz, Baybi Day, and Harry Schultz

Abel Ferrara’s feature film debut ,an almost documentary like (or John Cassavetes like, if you must) account on the life of Reno Miller,.a struggling artist in Seventies seedy New York City, turning insane from debts,stress ,the loud punk music coming from the next door rehearsal room of Tony Coca Cola & the Roosters and bitchy roommates and consequently going on a killing spree and dispatching derelicts with a power drill, has already been praised,loathed and deservedly put on an exploitation pedestal.

Driller killer might be rough around the edges blatantly displaying its DIY ethos and poverty row origins,it is however semi original in its approach and brings to the table the first traces of stylish approach and stark realism that Ferrara would go on to further employ and master in his future efforts.

The performances mostly coming out of non actors (Ferrara’s friends to be precise) came out above average and Reno Miller,incarnated by the director himself comes off as a genuinely tortured,unstable,on the brink of insanity personality.Merit also deserves to Ferrara for capturing the punk rock subculture renaissance at a crucial moment.The Seventies were an era of subcultural breakthrough,truly revolutionary times and the director’s abrasive film making gelled quite effectively with the No-holds-barred approach of the Punk/No Wave/Psychobilly movement.Last but not least,it is here in this particular film,where Ferrara starts his flirtation with the images of urban decay that would characterize a large proportion of his later work.

This is what the true nature of “Driller Killer” an inaugural moment, a rough exploitation masterpiece that put its director in the business.A nasty (pun fully intented) piece of cinema that should not be missed by fans of the daring/arthouse/exploitation/grindhouse cinema.

Ο Ρήνο Μίλλερ είναι η πεμπτουσία του μπατίρη/αντισυμβατικού/ταλαιπωρημένου καλλιτέχνη.Διάγει κοινοβιακή ζωή, αντιτίθεται σφόδρα στην καθεστηκυία τάξη και γενικώς βασανίζεται, καθώς συν τοις άλλοις οι γυναίκες συγκάτοικοι του βυθισμένες ούσες στα ντουμάνια και σε κάθε ειδών καταχρήσεις ,δεν δείχνουν να προσφέρουν ιδιαίτερα στον κοινό προυπολογισμό. Η κατάσταση δείχνει μέρα με τη μέρα ολοένα και ζοφερότερη και μια σειρά διάφορων τυχαίων γεγονότων, όπως η μετακόμιση μιας θορυβώδους και εργασιομανούς πανκ μπάντας στο διπλανό διαμέρισμα ,θα κάνουν το Ρήνο να “ξεφύγει” και να βγει στους παρακμιακούς Νεουορκέζικούς δρόμους κραδαίνοντας ηλεκτρικό τρυπάνι.

Εμπνευσμένο από grindhouse σουξεδάρες ,όπως το Texas Chainsaw massacre, το παρόν ήταν το φιλμ με το οποίο ο τεράστιος Έημπελ Φερράρα  μπήκε στη “δουλειά”.Φιλμάρωντας άγουρα ακόμα αλλά  με κάδρα τα οποία προδίδουν arthouse ανησυχίες,ο σκηνοθέτης του Bad Lieutenant και του Ms.45 μεταξύ άλλων ,φαινόταν από νωρίς πως θα γράψει ιστορία και πως θα ξεπεράσει κατά πολύ τα στεγανά του exploitation,μπαίνοντας στο πάνθεον των μεγάλων του ανεξάρτητου Αμερικάνικου σινεμά.

Το driller killer είναι ωμό,ενίοτε δυσάρεστο,αλλά πάντα ενδιαφέρον και δεν βασίζεται στις “περγαμηνές” του video nasty προκειμένου να γοητεύσει.Παραμένει ένα κομμάτι ανεπιτήδευτου και απροσποίητου σινεμά ,που γοητεύει παρά την τραχύτητα του και αφορά όλους τους εραστές του κινηματογράφου είδους.

 

The Attic

attic

The Attic(1980)

directed by:George Edwards

cast:Carrie Snodgress,Ray Milland,Ruth Cox,Frances Bay

Depressive and bearing an almost corrosive negativity “The Attic” is not a particularly pleasant film to watch,it is plagued by lots of flaws and  its pace and narrative are very uneven,however when the film finally picks up it’s hard to dismiss it,even if its melodramatic nature is sort of passé

A librarian named Louise devotes her life to caring for her wheelchair-bound tyrannical father after being stood up at the altar.She still hasn’t come to terms with the fact that Robert,her fiancee ,disappeared,as she says and she calls the missing persons’ department to find out if there are ny news regarding his disappearance. She has also developed a drinking habit and  fantasizes about causing deaths of the men who most wronged her and finds joy only with her pet monkey. Her monkey disappears and a shocking past is revealed.

The Attic mostly plays like a really slow burning character drama, at its most exploitative it could be called a psychological thriller.However calling this one a horror film is a far fetched assumption.The climax is creepy and all and the subtlety of the top notch acting by Milland and Snodgress also adds a few points to the film but the dramatic elements are mostly sugary reminiscing televised psychological horror films.

Despite its shortcomings the movie leads somewhere and it’s not a nice place where this film leads us as we can really tell that Louise’s story is not going to have a happy end.Undoubtedly the second part of “the Attic” is stronger than the relatively boring first part and it pretty much redeems the whole picture.If not for the acting and for the second reel ,the film would be probably deemed unwatchable.

It nevertheless adresses  cinephiles of an acquired taste as it is not easy to categorize and it mostly shocks by being extremely downbeat and unpleasant rather than an experience of pure horror.

Πικρό σαν κώνειο ψυχολογικό θρίλερ/δράμα χαρακτήρων με κατάληξη βγαλμένη από τη Δαντική κόλαση, αλλά και με αδιάφορα διαστήματα που σχεδόν βάζουν το θεατή για ύπνο,το the Attic είναι ταινία με προβλήματα αλλά τελικά παρακολουθείται με ήπιο ενδιαφέρον και ανεβάζει ταχύτητα κατά το δεύτερο μισό ,όπου το πράγμα φαίνεται πλέον πως θα έχει ,αφηγηματικά μιλώντας,πολύ δυσάρεστη κατάληξη.

Παρ’όλα αυτά όταν το the Attic παίζει με τις μελοδραματικές συμβάσεις της τηλεταινίας σχεδόν δε βλέπεται και αν δεν είχε την ευτυχία να έχει τους  Carrie Snodgress και Ray Milland στους πρωταγωνιστικούς ρόλους τότε μάλλον θα ήταν για τα σκουπίδια.

Ευτυχώς οι εξαιρετικές ερμηνείες δίνουν παραπάνω ουσία στα ενδιαφέροντα μέρη της ταινίας και κάνουν υποφερτά τα αδιάφορα.Πάντως το να χαρακτηρίσει κανείς το παρόν ως ταινία τρόμου είναι εκτός από ανακριβές και τραβηγμένο από τα μαλλιά.

Όπως και να έχει αν σας αρέσουν τα αναίμακτα ψυχολογικά θρίλερ που δίνουν βάση στο χτίσιμο των χαρακτήρων και κατ’επέκτασιν  της έντασης,τότε δε χάνετε τίποτα να το προσπαθήσετε…

River of Evil

…und der Amazonas schweigt (1963)

directed by:Franz Eichhorn, Helmuth M. Backhaus

cast:Barbara Rutting, Harald Leipnitz, Oswaldo Loureiro

Susan Kerner’s father had once moved to the Amazon to explore this area in the north of Brazil. But he never returned from his journey. A reason for Susanne to go on an expedition and to clarify the disappearance of her father. In the jungle, however,she and her guide,a daredevil called Miller quickly fell into the hands of an omnipotent, despotic villain.

This man, who in all his modesty calls himself the “green Napoleon”, leads a cruel regiment as ruler over a gummiplantage. The natives are ensnared and exploited. Susan’s research reveals that the brutal exploiter is the murderer of her father. She has a number of great dangers to flee during the flight, until the murder of her father is finally atoned .

Obsolete proto-Amazon jungle exploitation shot on location,this German-Brazilian curio has aged pretty terribly and the only merit that the production team can get is that they were so daring that they actually shot this one in Brazil,which was an achievement of epic proportions in itself.

Packed with travelogue cinematography,stock footage of exotic animals and having captured a mondo like attack of Piranhas on a poor animal,”River of Evil” is a banale piece of cinema  that might not put you to sleep but it is also very unlikely that it will justify the price of admission.The screenplay offers a galore of clichees,the direction is pedestrian,the performances are dull and the score is that kind of dreadful 60ies score.

Watch it only if you are extremely interested in dissecting the grass roots of the jungle adventure and by association the roots of the cannibal horror film genres.However lower your ante and do not expect anything similat to a Lenzi Cannibal actioner,you have been warned.

Πράσινη κόλαση και πράσινα άλογα σήμερα στο μπλογκ…

Θυμάμαι ότι κάποτε είχαμε καταναλώσει φαιά ουσία μερικοί πυροβολημένοι σταυροφόροι του Τρας ώστε να καταλάβουμε εάν αυτή η “Πράσινη Κόλαση” που είχε κυκλοφορήσει σε VHS στην Ελλάδα από την υπερκάλτ Τsintas video  ήταν κάποιο χαμένο Ιταλικό κανιβαλοέπος ή έστω εάν επρόκειτο για κάποια εναλλακτική βερσιόν κάποιας αντίστοιχης ταινίας του Ρουτζέρο Ντεοντάτο. Την αρχική περισυλλογή διαδέχθηκε η λήθη μέχρι τη στιγμή που ο γράφων συναντήθηκε με αυτή την κασέτα στο βιντεοκλάμπ Seangel(R.I.P) στα κάτω Πατήσια.

Βλέποντας το φιλμ συνειδητοποίησα πως μάταια ασχοληθήκαμε τόσο εκτεταμένα με αυτό το γερασμένο jungle-action (ο θεός να το κάνει) Γερμανο-βραζιλιάνικης παραγωγής από το 1963.Σαφώς η ταινία είναι παμπάλαια και το είδος του exploitation γενικά και του jungle-action ειδικά, βρίσκονται ακόμα στα σπάργανα,πλην το παρόν φαντάζομαι πως ακόμα και στην εποχή του δεν θα είχε να κομίσει και τίποτα το ιδιαίτερο.

Ναι μεν το φιλμ είναι γυρισμένο μέσα στη ζούγκλα και όχι σε κανέναν ζωολογικό κήπο της τότε Δυτικής Γερμανίας,κάτι το οποίο φαντάζομαι πως ήταν κατόρθωμα για τα στάνταρ της εποχής, αλλά το σενάριο είναι χαλκομανία και οι ερμηνείες για τα πανηγύρια .

Τελοσπάντων ακόμα και έτσι όπως είναι,μόνο λόγω του γεγονότος ότι ουσιαστικά το παρόν  αποτελεί ένα από τα φιλμ προάγγελους του νεότερου jungle/action/exploitation κινηματογραφικού υποείδους,το River of Evil αξίζει να θεαθεί εγκυκλοπαιδικά και μόνο από τους αρχειοθέτες (παρών!) του κινηματογράφου είδους.