Car Crash

carcrash

Car Crash (1981)

directed by:Antonio Margheriti (as Anthony M.Dawson)

cast:Joey Travolta, Vittorio Mezzogiorno , Ana Obregón

Γερασμένο buddy movie με εσανς από τους “Ντιουκς του Χάζαρντ” , το “Καρ Κρας- οι ατσίδες με τα κόκκινα” αποδεικνύεται άχρωμο και άοσμο.

Ο Νικ και ο Πολ, παθιασμένοι με τους αυτοκινητιστικούς αγώνες κάνουν θραύση στις διάφορες πίστες με το καινούριο αυτοκίνητό τους. Από οικονομική ανάγκη όμως δέχονται να “ρίξουν” τον επόμενο αγώνα ώστε να κερδίσει ένα στοίχημα ο Μαφιόζος Βρόνσκι. Από δω και πέρα όμως αρχίζουν οι περιπέτειές τους.

Κατά τη διάρκεια της προβολής καθίσταται προφανές οτι αυτό το family friendly ταινιάκι δράσης -λέμε τώρα…Ιταλικό είναι παιδιά, το σενάριο περιέχει χοντράδες και τυπικά σεξιστικά αστεία σε “σπασμένα” Αγγλικά- δεν είναι ένα τερέν όπου ο τιτάνας Μαργκερίτι μπορεί να ξεδιπλώσει 100% το πολύπλευρο ταλέντο του.

Δυστυχώς η ταινία κυλάει σχετικά αδιάφορα και αφήνει επίγευση ξεθυμασμένου αναψυκτικού,κάτι το οποίο εντείνεται από τις επίπεδες και εκνευριστικά κακές στα όρια του γελοίου ,ερμηνείες του καστ.

Για Ιταλολάγνους και αρχειοθέτες αποκλειστικά…

More of a shipwreck and less of a “carcrash” ,this Margheritti affair is a boring and dated buddy movie and lacks the grit and over-the-topness that could at least keep the Italophiles interested.

Paul, an ace driver and Nick, a wizard of mechanics, form a perfect team of auto racers. By winning a rigged race and he had to leave victory to a rider of a team in the pay of a mobster named Wronsky, our friends are forced to temporarily erase circuits; to escape the wrath of Wronsky.

This 1981 Italian-Spanish-Mexican action film directed by Antonio Margheriti  is unfortunately one of the lesser works of the late,great Italian craftsman and seems as if it was conceived and executed solely for the paycheck. This flick is very tedious and meanders endlessly without a significant climax. I’m sorry to say.

Some characteristic model work,a trademark of Margheritti’s approach to action film making can be seen as mildly interesting,but other than that this movie blatantly fails to maintain the viewer’s attention.

Deep Blood

deepblood

Deep Blood (1990)

directed by: Raffaele Donato (as Raf Donato), Joe D’Amato (uncredited)

cast:Frank Baroni, Allen Cort, Keith Kelsch

Γιατί ρε Τζο μας το κανες αυτό? Αφού ακόμα και με  προυπολογισμό μια σοκοφρέτα έχεις μάθει να μεγαλουργείς…ήταν ανάγκη να βάλεις την υπογραφή σου στο χειρότερο Sharxploitation όλων των εποχών?

Το “κυνήγι του κόκκινου αίματος” σε ελληνική βιντεοκασέτα από τη Ζodiac video αποτελούσε φετίχ και ιερό δισκοπότηρο για το γράφοντα εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια,ο σχεδόν εφηβικός ενθουσιασμός μου ,όταν επιτέλους βρέθηκε κόπια της ταινίας στο προαναφερθέν φορμάτ ξεθύμανε παρ’όλα αυτά γρήγορα,όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με τα πρώτα καρέ της ταινίας.

Ναι.τότε όλα επέστρεψαν στο μυαλό μου,θύμησες από μια εποχή μακρινή, ανακάλεσα τη σφαλιάρα που είχα φάει όταν φίλος μου είχε δείξει πως το μόνο που συμβαίνει στα πρώτα λεπτά του φιλμ είναι μια παρέα δωδεκάχρονων που ψήνει λουκάνικα σε μια παραλία που μοιάζει να έχει βγει από την εξωτική Λούτσα.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια,η ταινία είναι για σφαλιάρες,κοπιάρει το the last Shark με ακόμα πιο ξεδιάντροπο τρόπο και από το cruel Jaws και δεν έχει καν την πλάκα του δεύτερου.H πληθώρα stock footage από άλλες ταινίες δεν μπορεί να σώσει την κατασταση και οι μελοδραματισμοί της ιστορίας μας στέλνουν για ύπνο μια ώρα νωρίτερα . Πέρα από τα κλισέ και την απουσία αυθεντικά διασκεδαστικών σκηνών ,έχουμε να τα βγάλουμε πέρα και με το άθλίο soundtrack του Carlo maria Cordio το οποίο είναι παντελώς εκτός κλίματος.

Οπτικά η ταινία είναι τυπικό υποπροιόν της Filmirage και δείχνει χάλια.Μουντή και επίπεδη φωτογραφία, ανέμπνευστες συνθέσεις και γενικά σινεμάς της μιζέριας , οι δε ερμηνείες του πανάγνωστου καστ είναι εκτός τόπου και χρόνου.

άν θέλετε να δείτε μια ταινία με θέμα τους καρχαρίες , που παρ’όλα αυτά δεν έχει καν το “δικό” της καρχαρία παρά δανείζεται σκηνές από άλλα φιλμ ,ενώ μοιάζει να έχει γυριστεί στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, τότε κοπιάστε…

εμένα η ταινία πάντως με γονάτισε…

Four boys, Miki, John, Jason and Alan, make a pact of blood to seal their bond of friendship. Ten years later, the boys reunite as young men and decide to go on a holiday together. But a killer shark ruins their plans. It attacks the beach community and kills John while he’s swimming. The three remaining friends decide to avenge John’s death and hunt the beast. Their task won’t be easy, since a legend says that the beast is an incarnation of an ancient hoodoo spirit that has taken the form of a killer shark. The boys set an underwater trap for the shark, and try to lure it into an area in which they have planted powerful explosives.

Poverty row sharxploitation without Sharks by D’Amato and Donato, “Deep Blood” is a waste of film where nothing happens,plus the coming of age and supernatural storyline elements are implausible or melodramatic and cannot convince even the most hardcore exploitation buff.

Deep Blood is the bottom of the barrel , a product of an obviously decadent era of Italian genre film making that should not be viewed by none other than the archivists of Euro trash cinema.

Justine de Sade

Justine de Sade(1972)

directed by:Claude Pierson

cast:Alice Arno, Yves Arcanel, Michel Bertay

 

“I am just a poor orphan girl…”

this is the Mantra that Therese, a beautiful but naive young girl, who finds herself being passed around from depraved pervert to depraved pervert, enduring just about every kind of sexual degradation there is  keeps on repeating .She is sent to jail by an early employer because she refuses to steal. In another scene, the man she saves from a gang of outlaws rapes her. Once again she is victimized by a sodomitical pair when she won’t help them kill one of their aunts. Despite her trials and tribulations Therese has the futile hope that some kind stranger will eventually help her.But this is not bound to happen ,as lightning strikes.

Dated but quite graphic and accurate depiction of the Sade story by Claude Pierson,who however does not seem to want to surpass the softcore conventions and trappings ,hence we have to deal with a merry and silly softcore sense of aesthetics and narrative.Some would argue that this fortunately happens for a good reason , because had it been more realistic,this film would perhaps be too hard for anyone to stomach.

Imagine that there are people that find this piece of cinematography disturbing anyway.Well it’s not so, since it is filmed in the most unrealistic way possible,in a softcore manner,built to titillate and to provoke the Seventies cinema audience.Nonetheless there is something that makes this film more authentic than other De Sade adaptations,it’s the quality of the narrative and the depiction of the depravity that feel loyal to Sade’s storytelling regardless of the softcore mannerisms.The acting in this one was also surprisingly good and the cinematography was impeccable.

Justine de Sade was a glorious victory…

Μπόμπα σόφτκορ από τη χρυσή περίοδο του είδους, τούτο εδώ παίζει τις ταινίες του Ντ’Αμάτο στα ίσια και ευτυχώς ή δυστυχώς κρατά λίγο τα φρένα πατημένα αφού ποτέ δεν δίνει την αίσθηση πως ποντάρει στα φτηνά τρυκ για να σοκάρει.Τουναντίον όλες οι “ακραίες” σκηνές δείχνουν να εξυπηρετούν την αφηγηματική λογική,την πλοκή και το πνεύμα του Σαντ κατ’επέκτασιν.

Η Τερέζ χάνει τους δικούς της στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών.Έκτοτε περιφέρεται στη Γαλλική ενδοχώρα προσμένοντας κάποιον να τη βοηθήσει. Αλίμονο,η φτωχή ορφανή πέφτει από κατεργάρη σε κατεργάρη και υπομένει στοικά όλους τους πιθανούς και απίθανους σεξουαλικούς εξευτελισμούς,αρνούμενη όμως να αφήσει τη φλόγα της αγνότητας που καίει στην καρδιά της να σβήσει…

Με μια τέτοια ιστορία που βρίθει exploitation συμβολισμών και θεωρητικά αβανταδόρικης εικονοπλασίας δεν ξέρω αν θα έπρεπε να κλάψουμε ή να αναστενάξουμε με ανακούφιση που το παρόν σενάριο δεν έπεσε στα χέρια κανενός πιο ξεδιάντροπου σκηνοθέτη όπως ο Μπρούνο Ματέι. Όπως προαναφέρθηκε ο Πιερσόν έχει στο νου του πρώτα να εξυπηρετήσει την πλοκή και μετά να προκαλέσει,άρα η ταινία του παραμένει σχετικώς καλαίσθητη και νευρώδης,σχετικά πάντα με τα σοφτκορ στανταρ.

Η Άλις Αρνό και το λοιπό καστ παραδίδουν ερμηνείες έτη φωτός ανώτερες από αντίστοιχες ταινίες του είδους.Η φωτογραφία είναι να την πιείς στο ποτήρι και γενικά το παρόν είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα ενός είδους που δύσκολα ικανοποιεί και εύκολα απογοητεύει.

Τρίποντο…

The Godfather’s Friend

The Godfather’s Friend(1972)

directed by:Frank Agrama

cast:Richard Harrison, Erika Blanc, Krista Nell

Vietnam vet with a degree in poison gas application lives a secluded life in Turkey but he leaves in an urgent manner everytime he receives a telegram from abroad . Richard is a hit man and “friends” with the Godfather. Richard is also after the goons who killed his parents many years ago.When an old love comes knocking at Richard’s door the order will be disturbed and Richard’s life will turn to a living nightmare.

Standard fare Italian/Turkish Mafiasploitation with a few merits in the form of its rather illustrious cast and picturesque turkish locations,Agrama’s (Dawn of the Mummy)movie does little to impress and adds even less to the golden annals of the crime/mafia flicks that stemmed from Italy during that particular period.

The Godfather’s Friend  lacks grit but is packed with nudity ,mafiosi shenanigans and features a rather disinterested Richard Harrison,However the presence of Eurobabes extraordinaire Erika Blanc and Krista Nell and the cool twist ending make this one a rather passable affair,at least for Farouk Agrama’s standards.

Fans of 70ies crime action and genre completists will probably have some mild fan…

Ρίτσαρντ Χάρισον και Έρικα Μπλανκ προσφέρουν στο λαό κανα-δύο καρτποσταλικές σκηνές στα τουρκικά παράλια αλλά κατά τα άλλα τούτο εδώ το crime actioner Ιταλοτουρκικής παραγωγής και σκηνοθεσίας Φρανκ Αγκράμα κινείται στον αυτόματο πιλότο και δεν προσθέτει σε καμία περίπτωση νέες σελίδες στο χρυσό βιβλίο του Eurocrime.Φέσι ανεπανάληπτο σαν τα αχαρακτήριστα turco-crime των   Yilmaz Atadeniz, Giulio Giuseppe Negri δεν είναι σε καμία περίπτωση,αλλά δεν είναι και κανένας crime κολοσσός που να σε καθηλώνει.

Άν θέλετε καμιά ρετρό Σεβεντίλα για να περάσετε νωχελικά τη βραδιά σας πάντως,τούτο εδώ την κάνει τη δουλειά. Μην περιμένετε πάντως να μετατρέψει το κάθισμά σας σε “ηλεκτρική καρέκλα”.

River of Evil

…und der Amazonas schweigt (1963)

directed by:Franz Eichhorn, Helmuth M. Backhaus

cast:Barbara Rutting, Harald Leipnitz, Oswaldo Loureiro

Susan Kerner’s father had once moved to the Amazon to explore this area in the north of Brazil. But he never returned from his journey. A reason for Susanne to go on an expedition and to clarify the disappearance of her father. In the jungle, however,she and her guide,a daredevil called Miller quickly fell into the hands of an omnipotent, despotic villain.

This man, who in all his modesty calls himself the “green Napoleon”, leads a cruel regiment as ruler over a gummiplantage. The natives are ensnared and exploited. Susan’s research reveals that the brutal exploiter is the murderer of her father. She has a number of great dangers to flee during the flight, until the murder of her father is finally atoned .

Obsolete proto-Amazon jungle exploitation shot on location,this German-Brazilian curio has aged pretty terribly and the only merit that the production team can get is that they were so daring that they actually shot this one in Brazil,which was an achievement of epic proportions in itself.

Packed with travelogue cinematography,stock footage of exotic animals and having captured a mondo like attack of Piranhas on a poor animal,”River of Evil” is a banale piece of cinema  that might not put you to sleep but it is also very unlikely that it will justify the price of admission.The screenplay offers a galore of clichees,the direction is pedestrian,the performances are dull and the score is that kind of dreadful 60ies score.

Watch it only if you are extremely interested in dissecting the grass roots of the jungle adventure and by association the roots of the cannibal horror film genres.However lower your ante and do not expect anything similat to a Lenzi Cannibal actioner,you have been warned.

Πράσινη κόλαση και πράσινα άλογα σήμερα στο μπλογκ…

Θυμάμαι ότι κάποτε είχαμε καταναλώσει φαιά ουσία μερικοί πυροβολημένοι σταυροφόροι του Τρας ώστε να καταλάβουμε εάν αυτή η “Πράσινη Κόλαση” που είχε κυκλοφορήσει σε VHS στην Ελλάδα από την υπερκάλτ Τsintas video  ήταν κάποιο χαμένο Ιταλικό κανιβαλοέπος ή έστω εάν επρόκειτο για κάποια εναλλακτική βερσιόν κάποιας αντίστοιχης ταινίας του Ρουτζέρο Ντεοντάτο. Την αρχική περισυλλογή διαδέχθηκε η λήθη μέχρι τη στιγμή που ο γράφων συναντήθηκε με αυτή την κασέτα στο βιντεοκλάμπ Seangel(R.I.P) στα κάτω Πατήσια.

Βλέποντας το φιλμ συνειδητοποίησα πως μάταια ασχοληθήκαμε τόσο εκτεταμένα με αυτό το γερασμένο jungle-action (ο θεός να το κάνει) Γερμανο-βραζιλιάνικης παραγωγής από το 1963.Σαφώς η ταινία είναι παμπάλαια και το είδος του exploitation γενικά και του jungle-action ειδικά, βρίσκονται ακόμα στα σπάργανα,πλην το παρόν φαντάζομαι πως ακόμα και στην εποχή του δεν θα είχε να κομίσει και τίποτα το ιδιαίτερο.

Ναι μεν το φιλμ είναι γυρισμένο μέσα στη ζούγκλα και όχι σε κανέναν ζωολογικό κήπο της τότε Δυτικής Γερμανίας,κάτι το οποίο φαντάζομαι πως ήταν κατόρθωμα για τα στάνταρ της εποχής, αλλά το σενάριο είναι χαλκομανία και οι ερμηνείες για τα πανηγύρια .

Τελοσπάντων ακόμα και έτσι όπως είναι,μόνο λόγω του γεγονότος ότι ουσιαστικά το παρόν  αποτελεί ένα από τα φιλμ προάγγελους του νεότερου jungle/action/exploitation κινηματογραφικού υποείδους,το River of Evil αξίζει να θεαθεί εγκυκλοπαιδικά και μόνο από τους αρχειοθέτες (παρών!) του κινηματογράφου είδους.

City of the Living Dead

City of the Living Dead (1980) aka “Ein Zombie hing am Glockenseil” ,”Paura nella città dei morti viventi ”

directed by:Lucio Fulci

cast; Christopher George, Catriona MacColl, Carlo De Mejo, Janet Agren,Antonella Interlenghi,Venantino Venantini,Giovanni Lombardo Radice,Daniela Doria,Michelle Soavi

Φτάσαμε και σε αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που πρέπει να πει ο γράφων το κοντό του και το μακρύ του για μια δημιουργία με αρετές τόσο εκτεταμένα καταγεγραμμένες  και με ένα μύθο γύρω από την ύπαρξή της τόσο απτό που μοιραία αισθάνομαι ότι ξεπερνά κατά πολύ τα όρια αυτού του μπλογκ.

Παρόλα αυτά αισθάνομαι χρέος να γράψω περισσότερες ελληνόφωνες παρουσιάσεις πάνω σε κλασικές ταινίες γιατί αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα έλλειμμα γραπτού λόγου που να «ντοκουμεντάρει» αυτού το είδος το σινεμά.

«Η πόλη των ζωντανών νεκρών» έσκασε σαν βόμβα στην underground αγορά του σινεμά τρόμου το 1980.Ο σκηνοθέτης της ταινίας Λούτσιο  Φούλτσι είχε ήδη υπογράψει πληθώρα ποιοτικών ταινιών τρόμου και τζιάλλο θρίλερ , με πιο χαρακτηριστικές του στιγμές έως εκείνη τη στιγμή , την ανεπίσημη συνέχεια του  Dawn of  the Dead ,το δυσοίωνο και ατμοσφαιρικό “Zombie flesh  Eaters“ ενώ ιδιαίτερες αρετές είχε δείξει και με τα τζιάλλι δυναμίτες “Don’t torture a duckling” και “A lizard in a woman’s skin”.

Tίποτα όμως δεν προιδέαζε  για την έναρξη της υπερρεαλιστικής τριλογίας τρόμου του Ιταλού μαέστρου. Το εναρκτήριο  λάκτισμα δόθηκε με το “City of the living Dead” και η ταινία ήταν φτιαγμένη για να σκοράρει από τα αποδυτήρια.

Είναι φορές που αισθάνεται κανείς ότι οι κινηματογραφικές εικόνες που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του είναι φτιαγμένες για να γίνουν κλασικές,iconic στην καθαρεύουσα . Με κάτι τέτοιο έχουμε να κάνουμε στην αρχή της παρούσας ταινίας, όπου μέντιουμ  συνάπτει επαφή με  καταραμένο ιερέα ο οποίος πρόκειται να κάνει το απονενοημένο διάβημα. Ο  αυτόχειρας Πατήρ Τόμας ανοίγει με την πράξη του τις πύλες της Κόλασης και το Ντάνγουιτς, πολίχνη με παρελθόν στο πογκρόμ μαγισσών, γίνεται θέατρο φρίκης. Το μέντιουμ υφίσταται τρομερό σοκ από την ισχύ της επαφής και θεωρείται νεκρή, αλλά στην πραγματικότητα παθαίνει νεκροφάνεια, θα σωθεί από φρικτό θάνατο από ένα ρεπόρτερ ο οποίος ανοίγει το φέρετρό της λίγο πριν πεθάνει από ασφυξία. Μαζί θα οδεύσουν προς το Ντάνγουιτς όπου θα προσπαθήσουν να κλείσουν τις πύλες της κολάσεων και να κρατήσουν τους νεκρούς μέσα στα μνήματά τους.

Η ταινία αρχικά περιγελάστηκε  από διάφορους κριτικούς, οι οποίοι στάθηκαν σε αυτό που ονόμασαν «αφηγηματικό χάος» και «κακογραμμένο σενάριο» αλλά αγνόησαν το μάλλον προφανές ,κοίταξαν το δέντρο και αγνόησαν το δάσος. Ο Φούλτσι δεν είχε σκοπό να γυρίσει μια συμβατική ταινία τρόμου παρά ήθελε  σύμφωνα με δηλώσεις του να υπογράψει μια δημιουργία στα πρότυπα του «Θεάτρου της σκληρότητας» του σουρεαλιστή δημιουργού Αντονέν Αρτώ. Ο Γάλλος πρωτοπόρος είχε ήδη σκιαγραφήσει από τη δεκαετία του 1920 τα προτάγματα του θεάτρου του

  1.   Η απαισιοδοξία αλλά ταυτόχρονα και η ελπίδα ότι το θέατρο μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές.
  2. Η απομάκρυνση του κοινού από την καθημερινή πραγματικότητα και η χρήση συμβόλων με σκοπό την συναισθηματική και ψυχική συμμετοχή του.
  3. Χρήση τεχνικών και σκληρών εκφραστικών μέσων με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού, ένα είδος ψυχοθεραπείας.
  4. Χρήση του γκροτέσκου, του άσχημου και του πόνου για να απευθύνεται στο κοινό

Σε αυτό έδωσε σάρκα και οστά ο Φούλτσι λοιπόν και θα επαναλάμβανε την ίδια πρακτική με το “The Beyond” δίνοντάς μας μια ακόμα συγκλονιστική και αξέχαστη ταινία .

Σε αυτές τις ταινίες ο Ιταλός δημιουργεί συνθήκες αποπροσανατολισμού του θεατή καταργώντας τον κινηματογραφικό χρόνο και τις αφηγηματικές νόρμες, παραδείγματος χάριν παρουσιάζει πρόσφατα αποθανόντες σε φρικτή αποσύνθεση και τους προσδίδει ικανότητες τηλεμεταφοράς ,ταυτόχρονα σφυροκοπά το θεατή με απανωτές σεκάνς τρόμου που ενώ αφηγηματικά δεν δένουν μεταξύ τους ,καρφώνονται παρόλα αυτά στο υποσυνείδητο του θεατή καθιστώντας το φιλμ μια μοναδική εμπειρία. Μόνο το Αμερικάνικο Time-out έδειξε να μη χάνει τη μπάλα γράφοντας πως ενώ «η πλοκή του φιλμ δε βγάζει νόημα και δείχνει να έχει κατασκευαστεί τυχαία σύμφωνα με το παράλογο του φόβου, δίνει ταυτόχρονα γκροτέσκα  έμφαση στη σωματική  μεταβλητότητα, τον κατακερματισμό και την αποσύνθεση και θα μπορούσε  θεωρητικά να είναι το είδος της αναίσχυντης ταινίας  που οι σουρεαλιστές λάτρευαν.

Ένα είναι βέβαιο ,πως  όταν κάποιος δει το «City of the living dead» για πρώτη φορά, δεν μπορεί να αντιστρέψει το γεγονός και να διαγράψει την ταινία και εδώ που τα λέμε δικαίως… και για να κλείσω με μια προβοκατόρικη δήλωση, θαρρώ πως το παρόν φιλμ χρωστάει περισσότερα στο σινεμά του Μπουνιουέλ παρά σε αυτό του Ρομέρο.

All time classic…

Πηγές :

  • Συνέντευξη με το σκηνοθέτη από το βιβλίο Spaghetti Nightmares (Luca Palmerini, Gaetano Mistretta)
  • Άρθρο της Βικιπαιδείας σχετικά με τη ζωή και το έργο του Αντονέν Αρτώ
  • Άρθρο της Βικιπαιδείας σχετικά με την ταινία.

Jess Franco Marathon 2016- The Sequel

Φρανκοθώνιος No.2  2016

 

Revenge in the house of Usher (1983) aka Neurosis-The fall of the house of Usher aka Zombie 5

Directed by:Jess Franco

Cast:Howard Vernon,Lina Romay,Antonio Mayans

Ένα δράμα από όλες τις απόψεις το παρόν πόνημα του Θείου Τζες είναι κανιβαλισμός σκέτος.

Σύνοψη δε χρειάζεται να γράψουμε αφού η Eurocine ουσιαστικά εξαπέλυσε  στην αγορά το παρόν σαν μια ανεπίσημη συνέχεια του “Horrible Dr.Orloff”. Κάτι το οποίο θα συνέβαινε ξανά λίγα χρόνια αργότερα με το έτη φωτός ανώτερο Faceless του ίδιου σκηνοθέτη .Tο αν η ισπανική βερσιόν είναι ένα εξπρεσιονιστικό αριστούργημα όπως λέγεται είναι κάτι που δε θα το μάθουμε σύντομα, αλλά για να είμαι ειλικρινής…αμφιβάλλω. Δεν βλέπω πως ένα recut θα μπορούσε να εκτροχιάσει τόσο πολύ το πνεύμα ενός έργου του Φράνκο, υπάρχει ήδη το προηγούμενο του a virgin among the living dead του οποίου η «πειραγμένη» 80ies βερσιόν δεν κατάφερε να επηρεάσει αισθητά το τελικό αποτέλεσμα, αλλά από την άλλη ,κανείς δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρος. Κρίνοντας εκ της γαλλικής εκδόσεως που τυγχάνει και η πλέον διαδεδομένη, το παρόν είναι για γερά νεύρα .Τα στοιχεία από τη λογοτεχνία του Πόε από τα οποία υποτίθεται πως υπάρχουν επιρροές είναι επιδερμικά και ο πάναργος ρυθμός της ταινίας δε βοηθά καθόλου  στη δημιουργία έστω και επιφανειακού ενδιαφέροντος.Το stock footage από το horrible Dr. Orloff αποτελεί σημείο τριβής αφού ναι μεν δένει τρόπον τινά  το χάος της πλοκής ,αλλά αποτελεί δε φτηνή λύση .

Άς μην προσπαθούμε να εξωραίσουμε την κατάσταση. Αγαπάμε Τζες αλλά το παρόν είναι τεκές, ελάχιστα καλύτερο από το “Cannibals” ή το “Devilhunter” μπορεί να θεαθεί μόνο από τους αρχειοθέτες του έργου του Ισπανού. Ο κατά σημεία υποβλητικός τρόπος φιλμαρίσματος με έμφαση στο στυλ του γοτθικού τρόμου δεν μπορεί να σώσει την παρτίδα.

Πάμε παρακάτω…

Very weak even for Tio Jess’ uneven standards, this film’s best moments are few and far between and  passable at best ,whereas the majority of the film consists of haphazard material hastily pasted together.

Dr.Usher is 200 years old, due to his knowledge of secret serums and formulas he has managed to outlive many of his colleagues. He also manages to prolong the life of his gravely ill daughter aided by his faithful deformed servant Morpho,who is secretly in love with his daughter . The unwholesome duet kills local prostitutes and transfers their blood to Usher’s daughter .One of Usher’s students ,Dr.Harker receives alarming notes and decides to pay a visit to Usher’s crumbling castle. At this place of horror the limits between madness and reason   seem to have long blurred.

Does the storyline ring any bells? Sure it does.This movie is basically Dr.Orloff fare but ten times weaker . Franco even inserts footage from his 60ies masterpiece ,in order to justify some of Usher’s flashbacks.

As with “sadist of Notre Dame”  and “Exorcism” Franco would rather leave his past glories unharmed. His preoccupation to constantly repackage and re-release his films rarely paid off . So is the case with “Neurosis” .This film was created without any vision and was  just a byproduct of Franco’s back catalogue ,hence it doesn’t hold any  artistic merit.

Fortunately “Faceless” which was another take on the Orloff legacy was a really strong entry in 80ies Franco’s filmography.

Daughter of Dracula(1972)

Directed by:Jess Franco

Cast: Howard Vernon, Britt Nichols, Anne Libert, Jess Franco

Giallo/Vampire φιλμ από τη χρυσή εποχή του θείου Τζες με τη γυναικάρα Μπριτ Νίκολς να κολάζει και τα τσιμέντα , πλην από ουσία σχεδόν μηδέν. Χρυσή μετριότης το λοιπόν…

Η Λουίζα Κάρλστάιν επισκέπτεται την ετοιμοθάνατη μητέρα της στην έπαυλη της οικογένειας. Εκεί της κοινοποιείται πως κατάγεται από οικογένεια Βρυκολάκων. Η  νεαρά αγνοεί τα άσχημα προμηνύματα , επανασυνδέεται με όλους τους πιθανούς τρόπους με την ελκυστική ξαδέρφη της μέχρι που ομάδα ανδρών ειδικευμένων στον αποκρυφισμό και στα παραφυσικά φαινόμενα αποφασίζουν να βάλουν ένα τέλος στην αιματοβαμμένη καριέρα της οικογένειας.

Παρά το γεγονός πως από Σεξ και γοτθική ατμόσφαιρα το παρόν τα πάει μάλλον καλά και παρά την αφθονία  καρτποσταλικών πλάνων της Πορτογαλικής παράκτιας ζώνης ,στο παρόν ο Φράνκο τρέχει μόνος του και τερματίζει δεύτερος . Είναι οι κλασικές ασθένειες του Ισπανού που πλήττουν το παρόν και δεν το αφήνουν να ξεχωρίσει . Πρώτον απουσία ρυθμού…είναι κάποιες φορές που ο παροιμιώδης αργός ρυθμός του Φράνκο λειτουργεί υπνωτιστικά και δημιουργεί σχεδόν παραισθησιογόνα αποτελέσματα . Το παρόν δεν είναι μια από αυτές τις φορές . Απουσιάζει επίσης η σαφήνεια στην αφήγηση και η παρουσία σκηνών κλιμάκωσης . Επαναλαμβάνω και συνοψίζω πως στο παρόν ο Φράνκο μάλλον πόνταρε στην ατμόσφαιρα παραπάνω από όσο έπρεπε και ξέχασε να χαράξει μια σαφή αφηγηματική πορεία ,καταστώντας με αυτόν τον τρόπο την παρούσα ταινία μια απλή συρραφή ερωτικών και γοτθικών στιγμιότυπων.

Ακόμα και έτσι η ταινία έχει τις στιγμές της και βρίθει αυτής της Σέβεντις ατμόσφαιρας που κατοικοεδρεύει στο σινεμά του Φράνκο εκείνης της περιόδου.

Πλησιάστε με προσοχή…

Another case of Franco misfire “La Fille de Dracula” is inept if atmospheric , despite being  one of the extremely rare cases in which the radiant Britt Nichols shone as  protagonist in a film.

A young woman visits her gravely ill grandmother at the family estate. On her death bed, the old woman reveals to her granddaughter the family curse: they’re all vampires. The young woman decides to move into the estate with her uncle and her cousin, and soon finds herself falling victim to the curse.

Try as she might , Nichols’ breathtaking beauty cannot catapult this picture to the pantheon of Franco classics. For all I know she could even be granted more screen time.  Other than that,  this film suffers the same dismal fate as dozens of Tio Jess’ pictures. It’s a haphazard affair , blessed with lots of passion but with little care for details such as pace and narrative .Daughter of Dracula is a  sluggishly moving affair, to put it in a lenient manner . There is never an occasion of tension in this particular film, albeit  moments of suspense seem to be lamentably lacking . The presence of some masterful  visual compositions is of course a tradition in Jess Franco’s film making and “daughter of Dracula” is no exception but unfortunately Franco’s Vampire romp falls short in every other field.

For Franco completists only.

Sexorcismes (1975) xxx version aka “Exorcisme; Exorcisme et messes noires”

Directed by:Jess Franco

Cast: Lina Romay, Catherine Lafferière, Jesús Franco

Franco goes hardcore and revisits his sleaze powerhouse “Exorcism/demoniac” and Eurocine manages to sell a film to the ,then thriving, porno cinema industry.

Obsessed priest Matthis Vogel  tries forcibly to expel demons from the bodies of their lustful congregation. He sees one way to save them from a sinful obsession – is to kill them.

Franco keeps the plot of the softcore version and inserts a ton of hardcore footage ,which is actually an exercise in uncompromising film making. Why am I claiming so? Because instead of opting for the use of body doubles on the real sex scenes, Franco,Romay and co. did the extra mile and acted themselves in that footage.

“Sexorcismes” is an interesting curio for Jess Franco archivists. It features badly filmed hardcore sex scenes but in hindsight, the original plot of the scene doesn’t suffer too much. After all it’s a Jess Franco film and a good one for what it is ,let me add. It’s extremely sleazy and Franco’s depiction of the Catholic Priest gone berserk adds extra points to the proceedings.

In retrospect, a sleazy alternative take on an already sleazy opus , sounds like a win to me.

Τσόντα με υπόθεση από το Τζες Φράνκο ή απλά εναλλακτική βερσιόν του “Demoniac’.

Ο σαλταρισμένος ιερέας Μάτις Φόγκελ εξαπολύει ιερό πόλεμο εναντίον όλων των έκφυλων υπάρξεων του Παρισιού. Τα όπλα του: Πορνογραφικό Σεξ και θάνατος στους αμαρτωλούς.

Ο ιερέας τον οποίον υποδύεται ο Φράνκο στο παρόν δεν φέρνει τα θύματά του ακριβώς στον ίσιο δρόμο και αποτελεί απλά μια ωραία πρόφαση για τον  Ισπανό Πατριάρχη του Τρας ,ώστε να επιστρέψει με άλλη μια ταινία και για τη Eurocine ώστε να πουλήσει την ταινία και στα τσοντάδικα.

Η κασέτα της Midnight video που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επαναπακεταρισμένη από τη Dark side έχει τόσο σάπια εικόνα, που κάνει το θεατή να θέλει να κάνει ντους μετά την ολοκλήρωση της προβολής, κάτι το οποίο μάλλον έχει να κάνει και με τη θεματική της ταινίας . Μιλάμε για Sleaze όχι αστεία.

Παρόλα αυτά οι αρχειοθέτες του Φράνκο μάλλον θα χαρούν να προσθέσουν άλλη μια ταινία του Ισπανού στη συλλογή τους.

 Demoniac (1975) aka “exorcism” “L’éventreur de Notre-Dame” 

Directed by:Jess Franco

Cast: Lina Romay, Catherine Lafferière, Jesús Franco,Monica Swinn

In Paris, the former priest and madhouse escapee Mathis Vogel writes pornography for a magazine. When the deranged priest watches an erotic show based on a Black Mass, he believes that the cast and audience are possessed and he goes on a murder spree to exorcise the demons of his victims.

This is actually the softcore version of the above film and fortunately the storyline makes much more sense in the context of a straightforward sexploitation film .This is dark cinema by Franco. Occasionally off the cuff but entertainingly sinister and featuring a very effective film score.The catacomb set-piece and sequence is very memorable as well and Lina Romay is radiating with youthful energy and beauty.

A must for Franco fans.

…και τώρα ήλθε η ώρα για κάτι όχι και τόσο διαφορετικό…

Άς μην επαναλαμβανόμαστε και πλατειάζουμε λοιπόν. Το παρόν είναι η σοφτ εκδοχή του Sexorcist και σε κάθε περίπτωση, η απαραίτητη βερσιόν για τη συλλογή κάποιου, αν αυτός ο κάποιος δεν έχει επιδοθεί σε αγώνα να βάλει όλα τα έργα του Φράνκο στη συλλογή του.

Εν πάσει περιπτώσει το παρόν είναι αποτελεσματικά σκοτεινό και διεστραμμένο ώστε να μπει στο πάνθεον της φιλμογραφίας του θείου Τζες. Οι κινηματογραφικές συνθέσεις είναι δυσοίωνες, αναδίδουν εσάνς διαστροφής  και παραμένουν στο μνημονικό του θεατή .Το Παρισινό location ενισχύει το παρακμιακό κλίμα της ταινίας και ο Φράνκο στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα πάει περίφημα.

Dark Mission:Flowers of Evil (1988)

Directed by:Jess Franco

Cast: Christopher Lee, Christopher Mitchum, Richard Harrison,Brigitte Lahaie,Richard Harrisson

All-star cast aside, this is probably the best, even if it’s much maligned, actioner by Franco that has ever crossed my way and this is probably a moment of realization to cherish for Jess Franco’s action entries were for the most part lukewarm experiences.

Chris Mitchum plays a C.I.A. agent sent on a mission to a Latin American country to track down a local druglord. On the plane he meets and falls for a very fetching girl (young Cristina Higueras, now the co-owner of her own theatre company) who, by a tremendous coincidence, also happens to be the daughter of the sought mobster (Christopher Lee).

This film seems to polarize the Franco congregants, however this is infinitely better than “Esmeralda Bay” and despite its textbook storyline it manages to stay amusing in an inane way. Chris Mitchum gets himself to play the same role as in other similar productions and there is a strong déjà-Vu feeling lingering in the air throughout the entire duration of the film but this is good fun.

However this is nowhere as stylish as the majority of the 70ies Franco output and unfortunately prestigious cast members like Lee & Lahaie are painfully underused.

By no means a masterpiece but if someone finds a cheap copy of it somewhere,the he/she should go for it.

Αφήστε τα μίση και απολαύστε eighties φεσο-action ,ευγενική προσφορά του θείου Τζες ,ο οποίος μπορεί να μην πλάθει κιτς κατασκοπευτικές ιστορίες ,ούτε να  κεντάει ατμοσφαιρικές, αμπστράκτ και ψυχεδελικές συνθέσεις στο παρόν, αλλά παίζει ένα συμπαθητικό action κατενάτσιο και κάνει ότι μπορεί με το γενικόλογο σενάριο-συρραφή από κλισέ που συνέλαβε ο νους του αφεντικού της Eurocine, Daniel Lesoeur.

AΠΟΛΑΎΣΤΕ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ- Μυστικό υπερκομάντο της Σι-Αι-Ει(Μίτσαμ) καταφθάνει σε μπανανία της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να τσακίσει το τοπικό Καρτέλ παρασκευής και εμπορίας ναρκωτικών, εκεί συνδέεται με ντόπια καλλονή ,η οποία δυστυχώς τυγχάνει κόρη του πάλαι ποτέ αντάρτη, νυν ναρκοβαρόνου, που είναι το κόκκινο πανί για το Μίτσαμ. Ο πράκτωρ θα τα βάλει με τους πάντες, ακόμα και με παλιές του αγάπες, προκειμένου να συντρίψει το έγκλημα.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό το φιλμ διχάζει τόσο πολύ τους Φρανκόφιλους, μάλλον δεν έχουν δει μολυσματικά, υπερβατικά  φέσια του ιδίου σαν το X-312:Flight to Hell ακόμα, για αυτό μιλάνε. Εν τοιαύτη περιπτώσει, καλό θα είναι οι συγκεκριμένοι να μείνουν στη Σέβεντιζ περίοδο του Φράνκο, αφού ως γνωστόν η δεκαετία του ’80 δεν ήταν πάντα πολύ ευγενική με τον Ισπανό μαιτρ του Τρας.

Όπως και να έχει το παρόν δεν είναι το καλύτερο 80ies action που θα δείτε ποτέ αλλά για περιπέτεια του συγκεκριμένου σκηνοθέτη είναι μάλλον ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε ποτέ από αυτόν.