Death Rite (1976)

Death Rite (1976) aka “les Magiciens”

directed by: Claude Chabrol

cast:Franco NeroStefania SandrelliJean Rochefort,Gert Fröbe,Gila von Weitershausen

Artsy Seventies thriller by the prolific french Claude Chabrol. The film is relatively obscure but has enough interesting nuances and style to keep the fans of the European Arthouse and Genre cinema interested.

At a luxury hotel in DjerbaTunisiapsychic magician Vestar (Fröbe) meets the dark  but idle rich man Edouard (Rochefort).[1] Heading to the hotel, Vestar has a vision of a woman being murdered in the desert. Edouard, a member of the leisure class, decides to use his influence to make the dream become a reality. Also staying at the resort are Sadry, returning Tunisian architect (Nero) who has come home to visit his dying mother, and his annoying wife Sylvia (Sandrelli). Also there is Martine (von Weitershausen), an ex-lover of Sadry who would like to get back together with him. The marriage is further strained when Sylvia finds the two of them together. It appears that the prophesied murder has something to do with Sylvia. Specific details from Vestar’s prediction about her death are used by Edouard to make it happen, although in fact his interference alters the results. Sadry comes to terms with the ongoing tensions and anger as events build toward the inevitable.

So , the premise here is rather interesting and the chain of events that lead to the prophesized murder are narrated in an interesting manner full of quirk and symbolisms that are proof of an advanced cinematic language. However Chabrol or his scriptwriter opted for a relatively anaemic portrayal of the characters and the viewer cannot immerse himself/herself in the narrative enough  or intentify with any of the characters.

The cast is full of arthouse references.Gert Frobe starred in Lang’s swan-song – THE THOUSAND EYES OF DR. MABUSE and Gila von Weitershausen (a former companion of French director Louis Malle) as well as Franco Nero who is his typical self, tense and idiosyncratic and Stefania Sandrelli who performs adequately too. The cinematography is mesmerising and the Tunisian set up is also interesting.

The overall result is closer to arthouse cinema and I enjoyed the little idiosyncrasies of the storyline. However I am more into other Chabrol films like “Blood relatives” which follow other exposition techniques, perhaps more horror film oriented. Nevertheless , Death Rite has merits and I’d recommend this curio to fans of Seventies Euro cinema.

Ενδιαφέρουσα άσκηση ύφους με δυνατό καστ από τον σπουδαίο Κλωντ Σαμπρόλ.

Η πρώτη σεκανς δίνει τον τόνο για το παραψυχολογικό υπόβαθρο της ιστορίας, μιας ιστορίας που έχει πολύ ενδιαφέρον αφού παντρεύει τη θεματική του “ερωτικού τριγώνου”, της κτητικότητας  και της ερωτικής ζήλιας, με παραμέτρους όπως τη δυνατότητα να προβλέψουμε ένα γεγονός που μας αλλάζει τη μοίρα και εάν μπορούμε να παρέμβουμε στα γεγονότα που οδηγούν σε αυτό το γεγονός ή στην ίδια τη μοίρα.

Ο Σαμπρόλ στήνει μια όμορφη ταινία σε ένα εξωτικό περιβάλλον, φιλμάρει με ενδιαφέροντα τρόπο, άλλες φορές δημιουργώντας συνθέσεις που γίνονται ένα με το υπνωτιστικό τυνησιακό τοπίο ,άλλες φορές υποδαυλίζοντας την ένταση της αφήγησης. Η αχίλλειος πτέρνα της ταινίας είναι η σχετικά αναιμική ανάπτυξη και απεικόνιση των χαρακτήρων του, κάτι που μπορεί να οφείλεται βέβαια και στην αγγλική ηχητική μπάντα που δείχνει να κατακερματίζει την αφήγηση και αφαιρεί ελάχιστους πόντους από το τελικό αποτέλεσμα.

Όπως και να ‘χει το παρόν είναι ουσιαστικά ένα arthouse thriller της παλιάς σχολής το οποίο θα ξενίσει στους “κανίβαλους”  που έλκονται από το κοκορέτσι και το σπληνάντερο, αριστούργημα σαν το blood relatives δεν είναι, αλλά έχει αρετές και θα έπρεπε να απασχολήσει περισσότερο κόσμο.


Slap the monster on page one (1972)

slap the monster

Slap the monster on page one (1972)

Directed by: Marco Bellocchio

Cast: Gian Maria VolontèFabio GarribaCarla Tatò,Laura Betti

Politically charged, tense,class war drama/thriller directed by Marco Bellocchio. Bellocchio along with directors like Elio Petri posed a sociopolitical criticism against the very fundaments of the Italian society of the Seventies. While some of their movies are more interesting  than the others , their films however are always interesting to watch ,in an effort  to document and decode the social pathology and the political climate of that era.

Sbatti il mostro in prima pagina depicts the daily life of a fictitious Italian daily newspaper Il Giornale (The Journal). The newspaper caters to a conservative, fascist, bourgeouis public and its chief-editor Bizanti tries in all manners to give a right-wing slant even to the most trivial news items, while at the same time edulcorating and desensitizing the thornier issues, such as unemployment, police brutality and so on. The whole editorial staff is thrown in a tantrum when a young girl is found raped and killed, going as far as soliciting death penalty nostalgia (capital punishment has been abolished in Italy since the fall of Fascism) and to actually derail the investigation  in order to help the fascist and right-wing candidates it supports in the upcoming elections. Bizanti’s manipulative methods and the vulgar exploitation of Rita Zigai,a middle aged “professora” into political activism  lead the police to a false culprit: a young left-wing student who becomes the “ideal” scapegoat for the newspaper’s prejudiced readership.

The movie is a “searing j’accuse on the perils of press manipulation, closes with no happy ending in sight, with the public opinion totally mesmerized by Bizanti and his cronies for the satisfaction of their backers and financers”.It would be an understatement to say that the role and performance by Gian Maria Volonte are factors ,which are paramount for the functionality and the “message” of the film. In the end Bellocchio offers us a very downbeat account of that era, an era which culminated in  Aldo Moro’s assassination by the “Brigate Rosse”.

Cinematography by Luigi Kuweiler is a mix of nicely staged sequences, blended with “cinema verite” depictions of political rallies and violent demonstrations most often ending with cocktail Molotov bombs getting thrown towards any direction. The blending of influences makes for a thrilling cinematic experience. Performances by the cast range from stellar to adequate and the ending is thought provoking to say the least.

This film and films of that ilk are mostly addressed to the arthouse audience, however cinephiles into more experimental movie-making will probably enjoy this one.

Τεταμένος κονωνικοπολιτικός σινεμάς ιδανικός για προβληματισμούς καλοκαιρινής νυχτιάς και θέαση από «νέα κόπια» στο Βοξ ή στο Ριβιέρα. Η ταινία του Μπελόκιο δε σηκώνει χωρατά και αποτελεί αντικειμενική καταγραφή των παθογενειών της τότε Ιταλικής κοινωνίας που δυστυχώς δε συναντήθηκε τότε με τον κοινωνικό διάλογο ή έστω τη συναίνεση. Όλοι ξέρουμε πως οι συγκρούσεις μεταξύ των κυρίαρχων πολιτικών τάσεων στον τότε Ιταλικό χωροχρόνο έφτασαν σε σημείο τήξης με τη δολοφονία του Άλντο Μόρο από τις Ερυθρές ταξιαρχίες. Εδώ έρχεται ο Μπελόκιο να καταγράψει τη μάλλον σκαιά δράση του κατεστημένου Ιταλικού τύπου , ο οποίος υποδαύλισε αυτές τις συγκρούσεις.

Ένα τραγικό γεγονός, αυτό του βιασμού και της δολοφονίας μιας δεκατετράχρονης δίνει αφορμή σε αρχισυντάκτη κραταιάς Ιταλικής εφημερίδας να ξεσπαθώσει και να «μανιπουλάρει» της έρευνες της αστυνομίας ,στρέφοντας την κατεύθυνση των ερευνών στους κύκλους της άκρας αριστεράς.

Παρά το γεγονός ότι η ταινία φαινομενικά στηλιτεύει τις δυνάμεις της συντήρησης, ο Μπελόκιο προς τιμήν του ,καταγράφει αμερόληπτα και θίγει τα κακώς κείμενα όλων των πολιτικών τάσεων. Στηλιτεύει το Μακιαβελισμό και το χυδαίο  κυνισμό του κατεστημένου, καταγράφοντας παράλληλα τα αδιέξοδα της αριστεράς, τα οποία είχαν διαφανεί από τότε.

Ο Τζιάν Μαρία Βολοντέ παραδίδει ρεσιτάλ και είναι μια ταινία μόνος του, λογικό και επόμενο να περιστρέφεται το φιλμ γύρω από αυτόν, αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί του καστ πλαισιώνουν με αρτιότητα.

Ταινίες σαν αυτήν πέρα από το γεγονός ότι αποτελούν ντοκουμέντα μιας εποχής σημαντικότατης ως προς τη διαμόρφωση πολιτικών συμπεριφορών που εδραιώθηκαν και κυριάρχησαν για δεκαετίες στον Ευρωπαικό χώρο, δυστυχώς αποδεικνύουν πως μάλλον δε μάθαμε τίποτα, αφού παραμένουν τραγικά επίκαιρες.

Σινεμά τροφή για τη σκέψη…

Friday the 13th: The Orphan (1979)


Friday the 13th: The Orphan

Directed by: John Ballard

Cast:  Peggy FeuryMark OwensAfolabi Ajay

While the proverbial elephant in the room is the question if this mess of a film has anything to do with the Vorhees saga, there is also little room for actual praise regarding the merits of this drama/horror/thriller that had vanished into obscurity until it was picked for a dvd release in 2012.

The film plots a child’s descent into madness without the guiding forces of a benevolent adult. After the mysterious nasty death of both his Roaring ’20s party animal parents, young David is left in the care of his prudish, restrictive aunt, who refuses to let him indulge in his adolescent instincts.

With 3 or 4 strategically placed violent scenes , one being a chicken decapitation and another being a rather decent stabbing, this film does certainly not deliver on the gore side of the fence. Other than that, the first half is as boring as boring gets. The plot is absolutely disjointed and the flashbacks are used ad nauseam only to increase the film’s duration . The second part is where the film starts picking up pace. The boy’s sanity is progressively deteriorating and we fortunately get to see some off-kilter moments .

End verdict: This film has nothing to do with the Friday the 13th string of films. Most people think this was a rip-off but it is actually the other way around. The Orphan preceded the first Friday the 13th by a few months and when the Vorhees splatterfest became a huge hit its producers had to reach a settlement with the producers of this one in order to be able to use the name in the sequels of the franchise.

Friday the 13th:The orphan is more of psychological drama/horror sleeper  type of film than a bloodbath. It is a very flawed movie with lots of narrative and continuity issues, which makes sense since it took no less than 10 years for its director to complete it. Ballard’s attempt to surpass the limitations of horror exploitation film making resulted in some well shot and directed yet only marginally disturbing moments, which is really a shame since he was a competent director.

The orphan is more of a “nay” than a “yay” type of film. It is a curio that could be of interest to the exploitation fans, especially because of its title and some interesting facets of the story but it is mostly and sadly a bore-fest.

Άλλη μια ταινία υποσημείωση στην ιστορία του είδους των ταινιών τρόμου, «το ορφανό» έχει περισσότερο ενδιαφέρον λόγω της παραφιλολογίας γύρω από τον τίτλο του και λόγω του γεγονότος ότι απλά η ταινία «εξαφανίστηκε» μετά την αρχική κυκλοφορία της. Για να ενημερώσουμε λίγο τον αναγνώστη ,η ταινία αυτή είναι το «Παρασκευή και 13» πριν το «Παρασκευή και 13».Κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από την ταινία του Σην Κάνιγχαμ που έμελλε να αλλάξει το ρου της ιστορίας του είδους και οι παραγωγοί της Σάγκας του Τζέησον Βόρχηζ έπρεπε να πληρώσουν τους παραγωγούς ετούτου εδώ προκειμένου να κρατήσουν τον τίτλο για τις επόμενες ταινίες της σειράς.

Στο ψητό… αγόρι ονόματι Ντέηβιντ χάνει και τους 2 γονείς του με τραγικό τρόπο .Αυστηρή θεία ονόματι Μάρθα έρχεται στην οικογενειακή έπαυλη να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση, αλλά δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον ανηψιό της ,ο οποίος κλείνεται στον εαυτό του διατηρώντας επαφή μόνο με το νέγρο υπηρέτη Ακίμ , φίλο του πατέρα του ο οποίος τον είχε φέρει από την Αφρική σε ένα από τα μεγάλα του ταξίδια , αλλά και με την υπηρέτρια Μαίρη, πρώην ερωμένη του πατέρα του,ο μικρός έχει επίσης διαμορφώσει τη δική του θρησκεία,αφού προσεύχεται σε μια ταριχευμένη μαιμού, δώρο του πατέρα του. Στην πορεία , μέσω φλασμπακ, μαθαίνουμε ότι και η θεία Μάρθα διατηρούσε δεσμό με το μπαμπά του μικρού Ντεηβιντ, αλλά ο πατήρ τη σχόλασε για να παντρευτεί την αδερφή της. Η θεία μετά από σειρά συμβάντων διώχνει τους Ακίμ και Μαίρη από την οικία, ενώ σκοτώνει κατά λάθος τον Χένρυ,το Κανις/Γκριφόν του αγοριού. Αυτά τα γεγονότα θα σπρώξουν το Ντέηβιντ στην τρέλα.

Ο σκηνοθέτης Μπάλλαρντ προσπάθησε να προσθέσει arthouse αλλά και δραματικές πινελιές στο παρόν, αλλά παρά την καλή του προαίρεση και την άρτια του τεχνική, είναι σαφές ότι η ταινία δε λειτουργεί, πόσο μάλλον σαν ταινία τρόμου. Ενώ υπάρχουν sleazy προυποθέσεις ,η ταινία καταλήγει να προσφέρει βία και σεξ με το σταγονόμετρο, ενώ και ο ρυθμός της πάσχει. Δυστυχώς ενώ το φίλμ θα μπορούσε να είναι κάτι σαν το nightmares of a damaged brain καταλήγει να είναι μια σχεδόν ακίνδυνη επιμειξία μελοδράματος και τρόμου με χαοτική αφήγηση και τηλεοπτική αισθητική.

Μόνο για ιστοριοδίφες…

White of the Eye

white of the eye

White of the Eye (1987)

directed by:Donald Cammell

cast;David Keith, Cathy Moriarty, Alan Rosenberg

Stylish to the point of video art and full of subtle in their extravagance nuances “White of the Eye” is wild beast to tame and remains unpredictable and full of animalistic magnetism like its protagonist Paul White(David Keith) even thirty odd years after its theatrical release.

In a wealthy and isolated desert community, a sound expert with a troubled past is targeted as the prime suspect of a series of brutal murders of local suburban housewives who were attacked and mutilated in their homes. As he desperately tries to prove his innocence, his young wife starts to uncover mysteries of her own…

White of the Eye…oh my god…this one would probably deserve a fullblown essay to do it justice but let’s try to describe it. A Gialloesque exercise in 80ies cinematic style, the “Paris,Texas” of slasher films,a charming depiction of double personality disorder,universal/black hole conspiracy theories,Indian/native American mysticism with a climax straight out of a Cannon films movie (Invasion U.S.A anyone?)All those little things compose Cammell’s movie.This is White of the Eye in a nutshell…

And being a genuine brainchild of its director (just do yourselves a favour and refer to the various sources regarding the life and carreer of Cammell)this movie is…bonkers,but an eye candy to watch.

The movie is set in the particularly atmospheric town of Globe,Arizona and revolves around two characters Paul White and his wife Joan (I cannot stress enough how excellent the performances by both lead actors,David Keith and Cathy Moriarty are).The film begins with a very stylish depiction of a murder but it then grinds to a halt and slowly but surely reveals the shenanigans of the couple.Through repeated flashbacks we get acquainted with the central characters and we are almost embarassed to discover the proverbial skeletons they seem to hide in their closet.

To set the record straight ,this movie is too off kilter to appeal to everybody.The viewer needs to be patient and to focus on and co-ordinate with the rhythm and with the organic character of the film.

Technically speaking,Cammell’s film is as masterfull a mid/late 80ies thriller could ever be.To say that this one is stylish would be an understatement.Larry McConkey’s cinematography  is spectacular. He adorns the film with  location shots of the sprawling desert a plenty. He effectively utilizes wide tracking shots and extreme close ups of eyes, thus giving White of the Eye an artistic edge.Cammell’s narrative is plain weird,and comes off as off-key but is in fact multi-layered and full of subtleties and makes full sense after a while.The soundtrack by Nick Mason (Pink Floyd) and Rick Fenn is very atmospheric too and plays a huge role in establishing the feel and the overall atmosphere of the film.

Long story short.This one is as artsy as an 80ies “serial-killer” film could ever be and dabbles a lot with the psychological background of its characters but it doesn’t (literally) lose the plot. In my view “White of the Eye” is a masterpiece.It could pass as style over substance,but I strongly believe that it also has an interesting storyline,hence quite a bit of substance.

A very original thriller.emphatically recommended…

“murder is a work of art…” ή κάτι παρεμφερές είχε μαρκάρει με στένσιλ πάνω στο μπλουζάκι του η “κουνημένη” ιδιοφυία που λεγόταν Ντόναλντ Κάμμελλ ,ατάκα την οποία δικαιώνει στην ταινία καλλιτεχνική προβοκάτσια που σκάρωσε εδώ πέρα.

Παρ’όλες τις ιδιοτροπίες του ο Κάμμελλ ήταν μια αυθεντική σκηνοθετική ιδιοφυία ,της οποίας το ταλέντο δεν άφησε ασυγκίνητο το Μάρλον Μπράντο,ο οποίος ήταν και αυτός που έσωσε το παρόν από τα αζήτητα,αφού πριν την κυκλοφορία της η ταινία υπό παρουσίαση είχε διχάσει τους υπεύθυνους του στούντιο παραγωγής,οι οποίοι χαρακτήρισαν τη σε σημεία βιντεοκλιπίστικη εξταραβαγκάντσα του σκηνοθέτη του Performance σαν “διαφημιστικό για φόνο”.

Το “Λευκό του ματιού” ήταν όμως μια εξαιρετική ταινία με κατακερματισμένη αλλά όχι χαοτική αφήγηση,εξαιρετική κινηματογράφηση,μοντάζ και σκηνοθεσία, ερμηνείες που εκτοξεύουν το κύρος του φιλμ στη στρατόσφαιρα και ατμοσφαιρικό soundtrack, ευγενική χορηγία του Νικ Μέησον των Pink Floyd.

…ένα arthouse Slasher,ένα κακό τριπάκι ενός επίδοξου άλφρεντ Χίτσκοκ,μία αυτοβιογραφική αλληγορία πάνω στην ψυχική νόσο,στον άγνωστο που επιλέγουμε για σύντροφο και στη λατρεία του αίματος…το “Παρίσι,Τέξας” του σινεμά τρόμου? τι είναι στα αλήθεια το White of the Eye ?

Έχω την  εντύπωση πως όσο κι αν προσπαθήσουμε να το ‘ξεκλειδώσουμε” ωφελημένοι τελικά δε θα βγούμε, το παρόν φίλμ είναι μια φιλμική παρόρμηση που ορθό θα ήταν να απολαμβάνει κανείς ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, χωρίς περισυλλογή και χωρίς προφυλάξεις…

Δείτε το…

The Fourth Man

The Fourth Man (1983)

directed by:Paul Verhoeven

Jeroen Krabbé, Renée Soutendijk, Thom Hoffman

The morbid Catholic writer Gerard Reve who is bisexual, alcoholic and has frequent visions of death is invited to give a lecture in the literature club of Vlissingen. While in the railway station in Amsterdam, he feels attracted to a handsome man who embarks on another train. Gerard is introduced to the treasurer of the club and beautician Christine Halsslag, a wealthy widow who owns the Sphinx beauty shop, and they engage in a one night stand. On the next morning, Gerard sees the picture of Christine’s boyfriend Herman and recognizes him as the man he saw in the train station. He urges her to bring Herman to her house to spend a couple of days together, but with the secret intention of seducing the man. Christine travels to Köln to bring her boyfriend and Gerard stays alone in her house. He drinks whiskey and snoops through her safe, finding three film reels with names of men; he decides to watch the footage and discovers that Christine had married thrice and that the reels are named after their deceased husbands, all of whom died in tragic ways. Will Gerard be the fourth man?

Charged,provocative and graphic visual poetry by Paul Verhoeven. A true and complete cinematic experience.

The Fourth man effortlessly encapsulates the viewer in a world of sex,death and religion ,playfully depicts seemingly trivial and unimportant things only to be later proven important even crucial for Gerard Reve,the titualar or maybe not ,fourth man.

Extremely important for the success of this film are :The great script, which is full of nuances and little details. Little facets of the story that are thoroughly explored by Verhoeven. An excellent cinematography by Jan De Bont ,with visual compositions that are wonderfully lit and teeming with symbolisms . Yes the visuals in this compel the viewer with their sheer power . Furthermore ,the performances by Krabbe and Soutendijk are marvellous and last but not least the film score is pure brilliance.

The Fourth man is an essential viewing for each and every cinephile that wants to be immersed in dark and provocative films and is quintessential film making. One of the best movies I have watched in the last couple of years, Verhoven’s film deserves a ton of praise…

Βερχόφεν με τα φρένα σπασμένα έχουμε σήμερα.Από τη θεική Ολλανδική περίοδου του υπέροχου προβοκάτορα Πώλ, σας παρουσίαζουμε μια ταινία την οποία μάλλον θα ξαναδώ σύντομα και για την οποία πιθανώς να μην αρκεί το λεξιλόγιο μου ώστε να την επαινέσω αρκετά.Ναι! Τόσο καλή ταινία είναι το “Ο τέταρτος άνθρωπος” , μάλλον το πιο τιμημένο Ευρώ που ξόδεψα ποτέ στη ζωή μου ,ένας αληθινος εικονοπλαστικός Τρας κολοσσός.

Θα με ρωτήσετε μα γιατί Τρας Κύριε Σκουάλο? Καθαρά λόγω της θεματικής της ταινίας .Η ταινία δεν κατατάσσεται στον arthouse κινηματογράφο διότι ο Βερχόφεν δεν δείχνει να νοιάζεται ιδιαίτερα για την ανθρωπογεωγραφία των ταινίων του , ούτε δείχνει να τον αφορά η φιλοσοφική δυναμική του κινηματογραφικού μέσου. Η ταινία διάολε, πραγματεύεται την ιστορία αλκοολικού ,αμφισεξουαλικού , καθολικού συγγραφέα ο οποίος βλέπει συνεχώς οράματα σχετικά με το σεξ, το θάνατο και το Θείο , η ταινία έχει gore , έχει ανδρικό και γυναικείο γυμνό … αλλά οι υπέροχες συνθέσεις του σκηνοθέτη ,η δύναμη που φέρουν αυτές οι εικόνες,που άλλοτε υπαινίσσονται και αλλοτε σοκάρουν , οι πανέξυπνοι συμβολισμοί , η πανέμορφη Αρτζεντοειδής φωτογραφία του Jan de Bont  ,το όμορφο σάουντρακ και οι ερμηνείες ράπισμα από τους Γέρουν Κράμπε και Ρενέ Σάουτενντάικ καθιστούν αυτήν την ταινία βάλσαμο για τον αμφιβληστροειδή.ένα προκλητικό κινηματογραφικό ποίημα το οποίο προβοκάρει και  καθηλώνει

Δικαίως μετά από αυτό εδώ ο Βερχόφεν πήγε Χόλυγουντ, αλλά τόυτο εδώ κάνει το “Βασικό Ένστικτο” να ωχριά.

Δείτε το όπως και δήποτε.

Road to Salina (1970)


Road to Salina (1970)

Director:Georges Lautner

Stars:Mimsy Farmer, Robert Walker Jr., Ed Begley,Rita Hayworth

Jonas (Walker Jr) is on the road to Salina. He stops at a gas station/restaurant and its owner, Mara (Hayworth), is struck by his resemblance to her dead son, Rocky (Porel). He decides to stay on and meets Mara’s friend Warren (Begley) and Rocky’s sister Billie (Farmer), but dark facts are to be revealed about the death of Rocky.

Excellent & compelling little thriller by Lautner who manages to utilize all his assets to the maximum.First asset has to be the excellent storyline featuring a pretty twisted main subject and lots of jaw-dropping details.Even an incest sub plot is used with excellent results.Then the location which radiates of desolation and loneliness is also very atmospheric and last but not least the performances by the lead actors are superb.

However “Road to Salina” doesn’t deliver the goods at once.At first it strikes the viewer as a pretty common place drama film but as the plot unwinds,the atmosphere gets more impenetrable and the film manages to captivate the viewer.Mimsy Farmer easily steals the show here,as her portrayal of troubled Billie radiates of charisma.Personally I’ve never seen a more adequate performance by Farmer(More by Barbet Schroeder is a strong contender though).Rita Hayworth’s acting in this movie has a tragic quality,as she stands pretty much helpless and powerless watching the shenanigans of her children,especially Billie.Hayworth’s heroine is the epitome of loneliness and “retirement”.This was one of her last performances and the fact that a couple of years after this film she was diagnosed with Alzheimer’s disease gives an even more tragic aura to the proceedings.

The climax of the film doesn’t come as a surprise,as the story is very well put together and progresses in a very neat manner.However the inevitability of the tragic ending compels the viewer and wraps up suitably a story of some doomed if flawed and frail characters.

All in all,this movie is a great sample of some very well done film making by Lautner.It’s very 70ies looking,perhaps even dated for certain cinephiles,but if my opinion is worth anything,this is part of its charm.Trying to draw parallels between “A road to Salina” and some modern drama/thriller is a doomed-from-the-start attempt since the codes,subject matters and the worldwide cinema language has changed beyond recognition during the last couple of decades.Contemporary films seem to be rawer in their depiction of reality ,often retaining a documentary style.This is not the case with Lautner’s movie but if you fancy a trip to some Seventies nostalgia and you are an old school cinema fan, then you are in for a ride.

Γαλλικός Thriller κολοσσός με την Μίμσυ Φάρμερ να σπάει κοντέρ παραδίδοντας μια ερμηνεία ράπισμα.Η ιστορία ξεδιπλώνεται τεμπέλικα και το πρώτο μισάωρο μοιάζει με ένα καλοφτιαγμένο μεν,τυπικό δε δράμα χαρακτήρων.Αλλά όταν το φυτίλι καεί και η βόμβα σκάσει,δεν υπάρχει γυρισμός.Με μια παράλληλη πλοκή βασισμένη στην αιμομιξία να πριονίζει τις αντιστάσεις του θεατή λεπτό προς λεπτό και με τις ερμηνείες των ηθοποιών να στηρίζουν καίρια την ταινία,το τέλος έρχεται και είναι αρκούντως σκοτεινό και πεσιμιστικό,πλήν καθαρτήριο .

Ο Λωτνέρ έφτιαξε κάτι πολύ σπουδαίο εδώ πέρα.Βοηθούμενος και από τις θετικές συγκυρίες,αφού όλα στο παρόν φιλμ δουλεύουν ρολόι,έκανε μια ταινία της οποίας τα 100 λεπτά περνάνε νερό και στο τέλος σε κάνει να θέλεις κι άλλο.Η ιστορία του περιπλανώμενου ο οποίος καταλήγει να υποκαθιστά το χαμένο γιό μιας μεσόκοπης ιδιοκτήτριας ταβέρνας σε ερημική τοποθεσία είναι από μόνη της αλλόκοτη.Το τι συμβαίνει όμως όταν ο δήθεν γιός συνάπτει ερωτικές σχέσεις με τη δήθεν αδελφή του,είναι κάτι που πρέπει να το δείτε.

Πιστέψτε με…χαμένοι δε θα βγείτε…

The Dark Side of the Moon (1986)




The Dark Side of the Moon (1986)  aka “Manden i månen”

directed by:Erik Clausen

cast:Christina BengtssonMogens EckertStig Hoffmeyer

Εξαιρετικό,πλήν πανάγνωστο Δανέζικο ψυχόδραμα που μου άφησε το στόμα ανοιχτό με την πληρότητά του,την καταπληκτική του κινηματογράφιση και τις ερμηνείες του,που κόβουν την ανάσα.

Ο μεσήλικας Johannes απελευθερώνεται μετά από 16 χρόνια στη φυλακή για τη δολοφονία της συζύγου του. Βρίσκει δουλειά ως λαντζέρης στο υπόγειο του εστιατορίου, αλλά αποφεύγει γενικά την ανθρώπινη επαφή και ζει κλεισμένος στον κόσμο του κρατώντας ζωντανή τη μνήμη της γυναίκας του και της κοινής τους ζωής.Οι μόνοι άνθρωποι με τους οποίους θα έρθει σε επαφή και θα συνδεθεί είναι μια οικογένεια Τούρκων μεταναστών,σπρωγμένοι στο περιθώριο σαν και αυτόν. Προσπαθεί απεγνωσμένα, να συμφιλιωθεί με το σκοτεινό παρελθόν του και να επανασυνδεθεί με την κόρη του, που ζει σε ένα τροχόσπιτο με τον σύζυγό της και το παιδί τους.Το ζευγάρι όμως δε δείχνει να ενθουσιάζεται με την επιστροφή του Johannes και του κλείνει την πόρτα.Ο μοναχικός άνδρας  θα  συνειδητοποιήσει το βάρος που κουβαλάει το παρελθόν του και θα “πληρώσει τα χρέη του” με τραγικό τρόπο.

Βαρύ και ασήκωτο με επιρροές από το πάντα ανθρωποκεντρικό ,μελόδραμα του Fassbinder,με εξαιρετικό Ρεπεράζ,υπαινικτική και συνάμα φλασάτη κινηματογράφιση που εστιάζει στις έντονες χρωματικές αντιθέσεις και ενίοτε στη νουάρ αισθητική,το “The dark side of the moon” δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα ξεχασμένο αριστούργημα.

Το φινάλε της ταινίας φέρνει την απόλυτη κάθαρση και εμάς στα πατώματα να προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τι στην ευχή έχουμε μόλις δει.Είναι πραγματικά ακατανόητο πως το διένειμε εκείνη την εποχή η cannon films των Γκολάν-Γκλόμπους,αλλά όπως και να’χει τους συγχαίρω και για αυτή την έκφανση του γούστου τους.

Με μόλις 36 ratings στο site της IMDB, το παρόν είναι εγκληματικά άγνωστο.Δείτε το πάση θυσία…

Very sad and downbeat Danish psychodrama with a humane touch,great plot,fantastic performances,a sympathetic antihero and great cinematography and direction.

The middle-aged Johannes is released after 16 years in prison for wife murder. He finds a job as a janitor/dishwasher in the basement of a restaurant, but he refrains from general human contact and will only get in touch and connect with the Turkish colleagues. First of all he tries, however, to come to terms with his past and reconnect with her daughter, who lives in a trailer with her husband and their child.His daughter is is not really happy with his reappearance.The solitary man will soon enough realize the gravity of his past actions and will give “pay his debts”.

This gem of a film is a very obscure case as it seems to be totally forgotten and unknown.Too bad,as it was nominated for best Danish film award in 1986,it sure is a great film.It is beyond my knowledge how on Earth CANNON films decided to distribute it but it sure deserves a broader exposure.Erik Clausen‘s cinema has a lot in common with Rainer Werner Fassbinder’s humanistic,melodramatic cinematic approach and cursed antiheroes.”Manden i månen” is also directed and photographed in a superb way and the experienced eye can also train nods to Film Noir.

The performances by the cast are very realistic and stellar and the climax is cathartic to say the least.Nothing less than a fantastic piece of Arthouse cinematic realism… 

Track it down at all costs…